Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΙΔΕΑ ΠΟΣΟ Σ’ ΕΧΩ ΠΕΘΥΜΗΣΕΙ (με βλέπεις κι εσύ στα όνειρά μου;)

Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να τη λένε Αφόρητη Μητέρα, Παρεμβατική Μητέρα, Κριτική Μητέρα και τέτοια – μάλιστα ίσως και με ένα άλφα έψιλον στο τέλος όπως στις ανώνυμες εταιρείες, μια και έμοιαζε με εταιρεία, με εργοστάσιο τύψεων και ενοχών με ολόκληρη αλυσίδα επιχειρήσεων Χειριστική Μητέρα Α.Ε., ΕΠΕ, com, αλλά τόση σκέψη φανέρωνε σιγά-σιγά δική μου ανάγκη για απεξάρτηση, ειδικά μετά τα 30, και με τον καιρό δέχτηκα το Αγγελική Πατέρα και απλώς κατάλαβα ότι θα ήταν καλύτερα να μη θυμώνω, όπως με συμβούλευαν γνωστοί, φίλοι και φίλοι φίλων!.. Δεν έχεις ιδέα πόσο σ’ έχω πεθυμήσει –τόσο, που σχεδόν σε επινοώ στο πρόσωπο κάθε γυναίκας. Νομίζω πως αναπνέω κι εκπνέω το όνομά σου. Χθες στο δρόμο προς το σπίτι, ήθελα τόσο πολύ να σε δω, ήθελα τόσο να σε έχω μόλις δει, που σταμάτησα μια περαστική κυρία και ρώτησα αν είσαι εσύ. Ήταν απλώς μια περαστική κυρία, μου είπε. Με βλέπεις κι εσύ στα όνειρά μου; Έχεις καταλάβει ότι μετάνιωσα που έφυγα από κοντά σου, ότι κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να φοβάμαι τη δέσμευση, ότι ξέρω πως είσαι Αυτή, η Μια, η Μοναδική Γυναίκα, η γυναίκα που θα κάνω παιδιά, η γυναίκα που θέλω να με δει να κλαίω στην κηδεία του πατέρα μου κάποτε και να μου χαϊδέψει το σβέρκο; Δεν σταμάτησα μόνο την περαστική κυρία, ήθελα να είσαι ό,τι αναπνέει, ό,τι συνάντησα, ό,τι συναντώ στο δρόμο μου… Θυμάμαι που έλεγες κάποτε ότι θα ήθελες να ζήσεις μια ρομαντική ιστορία αγάπης από αυτές που πια κανείς δεν έχει το χρόνο να ζήσει… Ξέρω ότι σου άρεσε πάντα ο τρόπος που γράφω, πες το και κόλπο αν θες, να σε εντυπωσιάσω, ό,τι μου ’ρθει κάνω. Δεν ξέρω αν έχει νόημα που στο γράφω ποιητικά, όπως σου μιλάω συνήθως, γιατί αυτό που μου είπες πριν χωρίσουμε, ότι στα λόγια καλός είμαι, ήταν σίγουρα ενδεικτικό για το πόσο στερητικός υπήρξα στο να σου δείχνω, να σου κάνω, να σου αποδεικνύω. Θέλω να πάρω πίσω ό,τι σου έχω πει, ακόμα και ό,τι γράφω εδώ, θέλω να το πάρω πίσω και να το ξαναπώ μ’ άλλο τρόπο, με αγκαλιά, με δόσιμο, με δέσμευση, με όσα ξέρω ότι θέλεις να είμαι για σένα!.. [ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ, ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ δυο ιστορίες για τη μητέρα από το βιβλίο της Κατερίνας Έσσλιν Γαμ.υθιστορήματα του ενός λεπτού μαζί με την  εισαγωγική παράγραφο από μια τρίτη ιστορία, πάλι για τη μητέρα, με τίτλο ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ  - ART by Klimt Mother Child]



ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΗΤΕΡΑ (μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν)
Παίρνει συνήθως εφτά με οκτώ λεπτά από το καλώς την μέχρι το πάντως τα μαλλιά σου θέλουν λίγο κούρεμα εδώ μπροστά, από το σου πάει πολύ το άσπρο μέχρι το σου έχω πει μη φοράς κραγιόν, από το μου έλειψες κόρη μου μέχρι το μπορεί να έχω πεθάνει και να με βρείτε μια εβδομάδα μετά, να μου τηλεφωνείτε συχνότερα, έχω την αίσθηση ότι πάχυνες στους γοφούς. Μου παίρνει εφτά με οχτώ λεφτά από τη χαρά που νιώθω όταν τη βλέπω, ένα ή δύο Σάββατα το μήνα πια, μέχρι την έντονη φυσική ανάγκη να εξαφανιστώ στο μπάνιο και να χώσω το κεφάλι μου στη λεκάνη για όλα τα Σάββατα από δω και πέρα. Ώρες ώρες είναι τόσο αυτόματα ενοχλητικό, τόσο έτοιμο τόσο σαρωτικό, η αίσθηση ότι κάποιος αρνείται να σταματήσει να σε γεννάει κάθε δευτερόλεπτο όλο και πιο τέλεια, που με φαντάζομαι να εξαφανίζομαι πράγματι στο μπάνιο, να κάθομαι στη λεκάνη, κι εκείνη να ’ρχεται, να κατεβάζει το βρακί της, ν’ ανοίγει  τα πόδια της, να κάθεται πάνω μου και να σπρώχνει προς τα έξω όπως στη γέννα ή να ρουφάει προς τα μέσα, εντελώς ανάποδα απ’ τη γέννα.

Τη λένε Αγγελική Πατέρα, κι αυτό, από κάποια ηλικία και μετά, από όταν δηλαδή άρχισα ν’ αναρωτιέμαι αν όταν σε λένε Γιώργο γίνεσαι και Γιώργος και δρας σαν Γιώργος και τρως σαν Γιώργος και πηδάς σαν Γιώργος, άρχισε έντονα να με προβληματίζει, γιατί ούτε πολύ αγγελική με φτερά στην πλάτη ήταν ποτέ ούτε μιλούσε σαν αγγελική ούτε αγκάλιαζε σαν αγγελική ούτε πατέρας βεβαίως ήταν παρότι της είχε τύχει να το προσπαθήσει από νωρίς. Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να τη λένε Αφόρητη Μητέρα, Παρεμβατική Μητέρα, Κριτική Μητέρα και τέτοια – μάλιστα ίσως και με ένα άλφα έψιλον στο τέλος όπως στις ανώνυμες εταιρείες, μια και έμοιαζε με εταιρεία, με εργοστάσιο τύψεων και ενοχών με ολόκληρη αλυσίδα επιχειρήσεων Χειριστική Μητέρα Α.Ε., ΕΠΕ, com, αλλά τόση σκέψη φανέρωνε σιγά-σιγά δική μου ανάγκη για απεξάρτηση, ειδικά μετά τα 30, και με τον καιρό δέχτηκα το Αγγελική Πατέρα και απλώς κατάλαβα ότι θα ήταν καλύτερα να μη θυμώνω, όπως με συμβούλευαν γνωστοί, φίλοι και φίλοι φίλων, και να γίνω Δεκτική Κόρη ή και Αδιάφορη Κόρη ακόμα. Στην τελική, δική μου επιλογή ήταν να παραμένω Κόρη Α.Ε. μέχρι αυτή την ηλικία, δική μου ευθύνη ήταν που εκείνη, εκτός από Μητέρα και Πατέρας (έχοντας πάντα γνώμη, πάντα αρνητική και πάντα για όλα όσα με αφορούσαν), ήθελε να είναι όλοι οι ρόλοι στη ζωή μου: η Δασκάλα, η Φαρμακοποιός, η Φίλη, ο Σύζυγος, ο Σκύλος, το Παιδί μου.

Όμως αυτή η επίσκεψη, παρότι είχε ξεκινήσει ως τέτοια, δεν αποδείχθηκε η τυπική σαββατιάτικη, γιατί γύρω στις 4 χτύπησε το τηλέφωνο και κάποιος τη ρώτησε να ήταν η Αγγελική Πατέρα, γιατί είχε κάτι δυσάρεστο να της πει για τον γιο της, για μια συμπλοκή σε μια πορεία, για μια φωτιά. Μέσα σε λιγότερο από δευτερόλεπτα είδα τη μητέρα μου, την Αγγελική Πατέρα του Δημητρίου, να βγάζει από το στόμα από τα μάτια και από τα χέρια της μια φωνή σπασμένη σε μικροσκοπικά κομμάτια και να φωνάζει όχι, όχι, φυσικά και όχι, φυσικά και δεν είμαι, φυσικά και δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, φυσικά και δεν είμαι η Αγγελική η Μητέρα, είμ… είμαι… είμαι η… είμαι η Ασπασία Βέργου, είμαι η Νίκη Ιωάννου, είμαι η Μαργαρίτα Στέγγου, είμαι η Κατερίνα Παππά, είμαι η Δήμητρα Παύλου, η Νίκη Αγοραστού, η Ελευθερία Βενιεράκη, φυσικά και, δεν, είμαι, η, Αγγελική, Μητέρα, είμαι ανήλικο αγόρι, δεν το καταλαβαίνετε στη φωνή μου; είμαι άνδρας, γράψτε το, είμαι άνδρας, είμαι ο Νίκος Αποστόλου, είμαι ο Γιάννης ο Απέργης, είμαι εσείς, είμαι… εσείς… ποιος είστε εσείς; έχετε γιο εσείς; εσείς είμαι…

Μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο είδα τη μητέρα μου ν’ ανοίγει τα πόδια της, να κατεβάζει το βρακί της και να γεννάει ασταμάτητα ξένους γονείς ξένων παιδιών, να βάζει άλλους να κάνουν τη βάρδια του εαυτού της, να είναι κάποια άλλη, να είναι ξανθιά, κοκκινομάλλα, καστανή, να είναι κάποιος άλλος, να είναι γαλανομάτα, αδύνατη, παχιά, άσχημη, ψηλός αδύνατος, να είναι κάποιος άλλος που ο γιος του κάηκε ζωντανός στη φωτιά. Εκείνο το Σάββατο σταμάτησα για πρώτη φορά να λυπάμαι τη μητέρα μου.
Έκτοτε, εδώ και αρκετά χρόνια πια, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, νιώθω αισθητή την απουσία της –να κρύβεται στην ντουλάπα μου, με καμένη σάρκα και σπασμένα οστά, και να τρώει σιγά-σιγά, μπουκιά μπουκιά, κομμάτι κομμάτι, ένα καφρεφτάκι μου.

Τα Σάββατα τα κόψαμε γύρω γύρω με το ψαλιδάκι όπως τα ξέφτια.

ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΗ (μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ. υθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν)
Ξέρω ελάχιστα πράγματα γι’ αυτήν – ίσως της άρεσαν τα μανταρίνια, μπορεί και όχι, θα ’χε πλάκα να της άρεσαν τα μανταρίνια, θα μπορούσαμε να τη λέμε Κλημεντίνη. Της είχε πει θα περάσω να σε πάρω στις πέντε ακριβώς (είχαν ραντεβού για καισαρική στης πεντέμισι, κι ακόμα να φανεί). Ξαφνικά, πέντε και (ψυχή στην πόρτα), έξι παρά τέταρτο (τίποτα). Και ν’ απαντούσε στο κινητό τουλάχιστον… (μα του κάκου, όπως έλεγε χαριτωμένα κι η Ξένια Καλογεροπούλου, κάποτε που διάβαζε παραμύθια). Κατέβηκε τις σκάλες προσεκτικά και μόνη, η στρουμπουλή κοιλίτσα της της έκρυβε τα σέβεντις σαγιοναράκια της (αυτά με τους μεγάλους ηλίανθους), και περπατούσε αστεία σαν παπίτσα. (Το αγοράκι θα το ονόμαζαν Αλέξανδρο). Αλέξανδρος, της είπε τη μέρα που τη γνώρισε ο καλός της, αν και τον έλεγαν Νικόλα. «Χαίρω πολύ, Αλέξανδρε» του απάντησαν τα μεγάλα μάτια της εν χορώ, στάζοντας αμύγδαλα και μέλι στο πεζοδρόμιο, και μετατρέποντας τις πλάκες σε φλωρεντίνες. «Όχι, όχι, δεν κατάλαβες» τη διόρθωσε. Τον γιο μας θα ονομάσουμε έτσι». (Κι ο δρόμος, Ραβέλ και Μπραμς γωνία, ανέβλυζε μουσική, λες και ο φυσικός ήχος των πεζοδρομίων είναι ν’ αχνίζουν βαλσάκια). Ε, τα υπόλοιπα τα φαντάζεστε. Άνθρωποι ενωμένοι με ψυχική κομψότητα (από αυτούς που, όταν ακουμπήσουν ένα καμένο δένδρο, βγάζει γκλασαρισμένα ανθάκια πορτοκαλιάς, σαν αυτά που έβαζε το ’80 στις τούρτες γενεθλίων το ζαχαροπλαστείο Μικές στη Μαβίλη.

Έφτασε στο μαιευτήριο στις έξι και είκοσι χωρίς εκείνον – σαν κάτι να λιγόστευε εκείνο το απόγευμα (δύο ηλίανθοι ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά χωρίς τα γκρι του τα αθλητικά δίπλα-δίπλα, μια εικόνα παράταιρη – σαν να λιγόστευε η κανονικότητα). Είχαν και λίγο κοκκινόχωμα τα αθλητικά του από κάτω, απ’ το προχθεσινό πικνίκ. (Πήγαιναν συχνά για πικνίκ - στον Υμηττό τους. Είχαν φυτέψει κι αληθινό άνηθο σε κάτι γλαστράκια στην κουζίνα. Μια μέρα, πήγαν στην Ακρόπολη κι αρραβώνιασαν τα εσώρουχά τους ακριβώς πίσω απ’ την πινακίδα που γράφει: «Απαγορεύονται οι άσεμνες δραστηριότητες». Είχαν και διθέσιο ποδήλατο). Όμως πού ήταν τώρα; Γιατί αργούσε; Γιατί δεν ήταν εκεί να της κρατάει το φόβο απ’ το λαιμό; Λυπάμαι πολύ. Μόνο αυτό: λυπάμαι πολύ, της είπε μια φωνή στο κινητό της, λίγο πριν μπει ο κύριος Στρατάκης για να προκαλέσει τη διαδικασία του τοκετού με ραντεβού. Δεν θα γεννήσω σήμερα, γιατρέ. Θα έρθω αύριο ή μεθαύριο, ψιθύρισε εκείνη. Ο Νικόλας. Ο Νικόλας.

Κατέβηκε τις σκάλες σαν να μην υπήρχαν σκάλες. (Κάποιοι είπαν ότι είχαν δει τα σαγιοναράκια να εκτοξεύονται από το παράθυρο και να καρφώνονται στο παρκέ του σπιτιού της, περιέχοντάς την).

Ξάπλωσε. (Δεν έστεκε να είναι όρθια, δεν υπήρχε τίποτα όρθιο που να μπορούσε να την κουβαλήσει, κι έφερε το σεντόνι πάνω στο πρόσωπό της – τόσο ώστε να την καλύπτει μέχρι και τη μύτη. Έκλεισε τα μάτια ερμητικά κι άρχισε από το πρώτο δευτερόλεπτο να τα νιώθει ν’ αλλάζουν αργά-αργά χρώμα: από μελί σε πράσινο). Πέρασε ένα εικοσιτετράωρο έτσι. Μετά, δύο. Έξι. Τριάντα πέντε. Κόντευε δέκα μηνών ακίνητη. Θα μείνεις στην κοιλίτσα της μανούλας μέχρι να μεγαλώσεις αρκετά, τα συμφώνησε με το αγοράκι, έχεις νερό, φαγητό, ζεστασιά –πιες με, φάε με, κρατήσου. Έφτασε δώδεκα μηνών. Σπρώξε θα της έλεγε ο γιατρός της προ τριμήνου. Κι αυτή έσπρωχνε (μα προς τα μέσα της). Κι έφτασε δεκαπέντε μηνών. Είκοσι. Σαράντα τεσσάρων. Ιατρικό θαύμα. Χρόνια πολλά κράτησε επί τούτου το νεογέννητο στα μέσα της, εκεί να ψηλώνει, εκεί ν’ απλώνεται, εκεί να κοινωνεί, πριν το φέρει ανορθόδοξα στον κόσμο (λες και δεν ήταν σώμα το σώμα της πια, μα κουκούλι) Ώσπου, ένα πρωί, ο δεύτερος άνθρωπος-περιεχόμενο ψήλωσε πια τόσο πολύ μέσα της, που έγινε ίσος ακριβώς μ’ εκείνη, ολοκληρώνοντας την εξάχνωση της σάρκας της σταδιακά, ερχόμενος λίγο στην επιφάνεια, γεμίζοντάς την, σαν από πίσω από το δέρμα της, ως τη στιγμή που άνοιξαν πλέον τα δικά του μάτια στη θέση των δικών της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …