Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ, ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ, ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΟΤΙ ΑΚΟΥΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ…

 Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με! [απόσπασμα από τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΡΑΚΑ τευχος 5-6 –και  με ΚΛΙΚ στον πίνακα Στο Ντιβάνι με το Λακάν του SCHIELE Egon από την αρχή όλη η ιστορία της μιας ψυχοθεραπείας όπου οι ρόλοι ασθενούς –ιατρού αλλάζουν δραματικά με απρόβλεπτη Έξοδο):


Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία.
Μόλις είχε βγει από το γραφείο του νέου της ψυχοθεραπευτή. Ήταν τυχερή. Ήταν σίγουρα αρκετά έμπειρος. Καθόταν διακριτικά απέναντί της προσέχοντας οι κινήσεις του να είναι αδιόρατες. Κάθε που εκείνη πήγαινε να δακρύσει, έστρεφε το βλέμμα του αλλού, για να μην της προκαλεί αμηχανία. Το κουτί με τα χαρτομάντιλα ήταν ήδη στο γραφείο, σε απόσταση που να μπορεί εύκολα να το φτάσει, μόλις το χρειαζόταν. Το αδιαφανές ντουλάπι στη βιβλιοθήκη πίσω του έκρυβε μπουκαλάκια με νερό, υγρά χαρτομάντιλα, πλαστικά ποτήρια. Ήταν σίγουρα ένας προνοητικός και προβλεπτικός ψυχοθεραπευτής. Ήταν ό,τι αυτή χρειαζόταν.

     Τα ρούχα του συνηθισμένα, να μην παγιδεύουν τα βλέμματα, τα μάτια του φιλικά κι ευγενικά, οι τρόποι του κάπως απόμακροι, ώστε να μην υπάρχει φόβος για κάποια δύσκολη οικειότητα. Κι όμως. Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία. Τον είχε αναγκάσει πολύ πρώιμα να της κάνει αδιάκριτες ερωτήσεις. Μόνο δύο, είναι η αλήθεια. Αλλά από εκείνες τις πιεστικές ερωτήσεις που κάνουν τον ασθενή να κουμπωθεί ξανά, τη στιγμή που η ψυχή του μόλις έχει αρχίσει δειλά δειλά να φαίνεται μέσα από τα ρήγματα μιας αβέβαιης και διστακτικής αφήγησης. Γεγονός ασυγχώρητο για έναν ειδικό. Την επόμενη φορά το βλέμμα του σταμάτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε μπροστά, στο σημείο όπου ανεπαίσθητα άνοιγε η μπλούζα της στο ύψος του στήθους. Σαν το πιασμένο στα δίχτυα αγρίμι παλεύεις να πάρεις ανάσα κι αυτά τα μάτια είναι μια ελπίδα ότι μπορεί κάποιος να σε ελευθερώσει. Αυτός νόμιζε πως κατέγραφε τις αντιδράσεις της και κρατούσε σημειώσεις στο επαγγελματικό του ντοσιέ. Αλλά ήταν εκείνη που τον μελετούσε. Άγγιξε με τα δάχτυλά της απαλά το γραφείο κατά μήκος της κόψης του αμμοβολισμένου γυαλιού. Ήταν παγωμένο. Η κίνησή της αυτή τον έκανε να καθυστερήσει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, για να βρει την ημερομηνία στο επόμενό τους ραντεβού. Ίσως απλώς να ήταν πολύ νέος για ψυχοθεραπευτής.

Είχε κάνει εύκολα τη διάγνωσή του. Επρόκειτο για μια κλασική περίπτωση διπολικής διαταραχής. Χρειάζονταν, στην πρώτη φάση τουλάχιστον, ισχυρά αντικαταθλιπτικά, με την συνδρομή ίσως υπνοαγωγών ή τουλάχιστον αγχολυτικών φαρμάκων. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Αν και η καινούρια του ασθενής ώρες-ώρες τον έκανε να αισθάνεται κάπως άβολα. Έδιωξε βιαστικά αυτή του τη σκέψη. Δεν ήθελε να βασανίζεται άσκοπα. Όλα θα πήγαιναν μια χαρά. Είχε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν.

Ήταν πάντα πολύ μελετηρή. Το τελευταίο διάστημα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, διάβαζε εγχειρίδια κλινικής ψυχιατρικής, δοκίμια ψυχαναλυτικής θεωρίας, πραγματείες ιατρικών ερευνών. Κανείς δεν απορούσε για τα καινούργια της ενδιαφέροντα. Με τον πυρετό του ενθουσιασμού. Με το πάθος μιας ένθεης μανίας. Ο καινούριος της στόχος ήταν ένας ειδικός. Αδαής αν και γνώστης. Αφελής αν και έξυπνος. Άντρας. Αρκετό καιρό μετά την πρώτη τους συνεδρία, χαμογελούσε ευχαριστημένη σχεδόν ειρωνικά. Με τον σαρκασμό μιας πολύ βαθιάς γνώσης, που μπορεί να βασίζεται μόνο στην προσωπική εμπειρία. Στην ίδια τη ζωή που ανάσαινε με δυσκολία μέσα της. Είχε πονέσει πολύ. Αλλά τώρα ήξερε.

      Έπρεπε να του αφήσει λίγη ώρα, για να παρατηρήσει το πρόσωπό της και ταυτόχρονα να δείξει τον αναμενόμενο δισταγμό για μια πολύ προσωπική διήγηση. Εξάλλου, δεν βιαζόταν. Είχε μάθει πια καλά πως η αδημονία μπορεί να χαλάσει αστραπιαία ό,τι με πολύ κόπο έχτιζες για καιρό. Κοίταξε, λοιπόν, στρέφοντας αργά το βλέμμα έξω από το παράθυρο. Γνώριζε πως χρειαζόταν αυτό ακριβώς το στοχαστικό βλέμμα. Κισσοί σκαρφάλωναν πάνω στους τοίχους. Το ιατρείο του έβλεπε στην πίσω αυλή μιας παλιάς μονοκατοικίας.

  —Θέλω να σας ρωτήσω για τη δραματοθεραπεία. Του είπε όλο αθωότητα.
 —Τι ακριβώς θέλετε; 
 —Ποια είναι η γνώμη σας;
  —Γνωρίζω πως σε αρκετές περιπτώσεις είναι πολύ αποτελεσματική, της είπε.
 —Ωραία. Θα θέλατε να το δοκιμάσουμε μαζί; 
—Έχω παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου, αλλά δεν είχα πολλές κλινικές περιπτώσεις όπου…
 —Δεν πειράζει, απάντησε. Έχω παρακολουθήσει κι εγώ κάτι παρόμοιο και υπάρχει ένα θεατρικό κείμενο που νομίζω πως μπορεί να βοηθήσει.
—Δεν έχω ιδιαίτερη εμπειρία. Δίστασε. Υπάρχουν συνάδελφοι που έχουν ασχοληθεί συστηματικά και θα μπορούσα να σας παραπέμψω σε κάποιον που…
 —Όχι. Τον έκοψε. Θα με αναγκάσετε να περάσω όλη αυτή τη διαδικασία της εκμυστήρευσης από την αρχή; Εξάλλου, για όλους, κάποτε είναι η πρώτη φορά. Καιρός να βελτιώσετε κι εσείς τη θεατρική σας παιδεία, δεν νομίζετε; Του είπε κάπως σκληρά και αμέσως αναρωτήθηκε μήπως το είχε παρακάνει.
 —Έχω πολύ καλή θεατρική παιδεία, είπε ελαφρώς πειραγμένος.
—Και βέβαια, δεν ήθελα να σας προσβάλω, του είπε γλυκά.
—Πολύ καλά, ας προσπαθήσουμε.
 —Σύμφωνοι, είπε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Θα σας φέρω το κείμενο την επόμενη φορά να το διαβάσουμε μαζί. Ξέρετε πως είναι κάτι πολύ εύκολο.

Ανατρίχιασε υποψιαζόμενος πως έπρεπε να είχε πει κάτι άλλο. Αμέσως μετά σκέφτηκε πως πολλοί θεωρητικοί λένε πως το «θεατρικό παιχνίδι» μπορεί να βοηθήσει δραστικά στην αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών κάθε είδους. Ήταν, λοιπόν, καθησύχασε τον εαυτό του, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, να τη δοκιμάσει. 

     Την επόμενη φορά η ασθενής του πήγε με μιαν ομιλητικότητα ασυνήθιστη. «Ωραία», σκέφτηκε ο Θεραπευτής, «έχει αρχίσει να χαλαρώνει». 

—Ξεκινάμε; είπε προσπαθώντας να φαίνεται αμέριμνη. Εσείς θα υποδυθείτε τον Α. και εγώ τη Γ. Διαβάζω δυνατά την ταυτότητα των προσώπων. Και του έτεινε το δικό του αντίτυπο του κειμένου. 

«Γ(υναίκα): Γυναίκα γύρω στα 40. Ούτε όμορφη ούτε άσχημη. Αφανώς “περιποιημένη”. Ντύνεται με απλά, αλλά ακριβά ρούχα. Από αυτές που δεν σταματά το βλέμμα σου πάνω τους, παρά μόνο γιατί έχεις την εντύπωση ότι κάπου την ξέρεις και δεν μπορείς να θυμηθείς από πού. Έχει ακουστικές παραισθήσεις, χωρίς να πάσχει από σχιζοφρένεια. Ακούει φωνές, αποσπασματικούς διαλόγους που την έχουν αποδιοργανώσει. Δεν τους έχει ζήσει, δεν πρόκειται δηλαδή για αναμνήσεις, ωστόσο αναγνωρίζει ανάμεσα στις φωνές και τη δική της. Έχει δοκιμάσει διάφορες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους και κοκτέιλ φαρμάκων, αλλά μάταια. Απεγνωσμένη καταφεύγει σε έναν ψυχοθεραπευτή που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ύπνωσης. Η ίδια υπέρμαχος της επιστημονικής βεβαιότητας θεωρεί την ύπνωση “επιστημονικοφανή τσαρλατανισμό”, γι’ αυτό και αισθάνεται πως έφτασε ως την έσχατη ταπείνωση, αλλά είναι πραγματικά απελπισμένη.

»Α(ντρας): Ψυχοθεραπευτής. Γύρω στα τριάντα πέντε. Αρχικά, φαίνεται να του αρέσει –ή τουλάχιστον συνηθίζει– να κουρεύεται σαν στρατιωτικός. Ντύνεται σαν αντιπρόσωπος φαρμακευτικής εταιρείας, σακάκι, καλογυαλισμένα παπούτσια, άψογα κουμπωμένα όλα, γιακάς, μανσέτες, ζώνη. Φοράει γυαλιά τα οποία βγάζει συχνά, για να πιέσει τη βάση της μύτης του και να τρίψει τα φρύδια του, λες και θέλει κάτι να θυμηθεί ή να ξεχάσει. Στην αρχή το γραφείο του είναι εντελώς απρόσωπο. Σα χειρουργική αίθουσα. Σε κάθε συνεδρία με τη Γυναίκα κάτι αλλάζει. Προστίθεται μια φωτογραφία, μια μολυβοθήκη, ένα επιτραπέζιο φωτιστικό, ένα μισάνοιχτο βιβλίο. Κάθε φορά και ο ίδιος αλλάζει. Λίγο πιο αχτένιστα τα μαλλιά του, ξεκούμπωτο το πουκάμισο στο λαιμό, αθλητικά παπούτσια που η εμφάνισή τους δείχνει πως περπάτησε πολλή ώρα και όχι σε άσφαλτο.

    Η σκηνή διαδραματίζεται στο ιατρείο του. Βρισκόμαστε στη μέση μιας συνεδρίας.»
Την κοίταξε ενοχλημένος.
—Μήπως… θα έπρεπε…
—Λοιπόν, ξεκινάμε; Τον ρώτησε επιτακτικά.
Ένιωσε τον δισταγμό του και τον εξουδετέρωσε προτού δυναμώσει. Το ήξερε καλά πως έπρεπε να πνίξει κάθε του ενδοιασμό όσο ήταν ακόμα καιρός. Έγνεψε αναποφάσιστα αλλά καταφατικά.

 «Γ: Ξέρετε, από τότε που αγάπησα έναν Ποιητή, κάθε πρωί, όταν ανοίγω το παράθυρό μου αισθάνομαι χιλιάδες εγκλωβισμένες σκέψεις, φωνές ανθρώπων που περιμένουν, πώς να τις ακούσω; Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με!

Α: Μη φοβάστε. Θα σας βοηθήσω να βρείτε αυτό που ψάχνετε.
Γ: Είμαι σίγουρη. Γι’ αυτό και σας το αφιερώνω. Ακούστε το.
(απαγγέλλει με στόμφο) 
Ενδιαφέρον επ’ αμοιβή 
οι ώρες σου 
Δώρο σου κάνω
μια βόλτα στων ποιητών την πόλη
(Να ξεγελάσω τη νύχτα πως με νοιάστηκες)
Α: Ακούω αυτά που θέλετε να μου πείτε… Λοιπόν;
Γ: Λοιπόν σκεφτόμουν πως εσείς ξέρετε πάρα πολλά για μένα και εγώ –νομίζετε πως– δεν ξέρω τίποτα για σας.
Α: Τι εννοείτε;
Γ: Μπορώ πολύ εύκολα να υποθέσω ποιος, στην πραγματικότητα, είστε. Ήσασταν καλός μαθητής, όχι όμως Ο άριστος... Έχετε αναμνήσεις δυσαρέσκειας από καθηγητές που σας αδίκησαν. Δεν ήσασταν δημοφιλής στους συμμαθητές σας. Κάποιοι σας πείραζαν, γεγονός που σας ενοχλούσε ιδιαίτερα, αλλά καταφέρνατε να μη το δείχνετε και να το “ξεπερνάτε με αξιοπρέπεια”. Αγαπούσατε τη μητέρα σας, αλλά αρκετές φορές νιώθατε να σας “πνίγει”...
Α: Δεν πρέπει να με εμπλέκετε προσωπικά. 
Γ: Γιατί; Μήπως φοβάστε; 
Α: Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα και το ξέρετε πολύ καλά.
Γ: Είστε σίγουρος;
Α: Αρνούμαι να παίξω αυτό το παιχνίδι μαζί σας.
Γ: Πολύ καλά. Εσείς το θελήσατε.
(Η γυναίκα σηκώνεται πάνω απότομα, σχεδόν θυμωμένη ή απλά αποφασισμένη.)»
Σηκώθηκε σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου κάπως απότομα, αλλά επειδή είδε πως αυτός ξαφνιάστηκε, άλλαξε ύφος και του εξήγησε σιγά καθησυχαστικά, σχεδόν ψιθυριστά.
 —Ας δώσουμε μια μικρή αληθοφάνεια. Στο κάτω-κάτω θέατρο είναι…
Του γύρισε την πλάτη και συνέχισε.

«Γ: Ο πρώτος σας έρωτας ήταν τραυματικός, αλλά το αντέξατε. Όταν γδύνεστε, ποτέ δεν “πετάτε” τα ρούχα σας όπως να ’ναι. Τα τακτοποιείτε, έτσι ώστε να μην τσαλακώνονται. Ποτέ δεν μιλάτε όταν κάνετε έρωτα. Είστε σιωπηλός σαν ψάρι. Όταν φτάνετε σε οργασμό σχεδόν το κρύβετε, ιδιαίτερα, όταν είναι νωρίτερα απ’ ό,τι θα ήθελε η σύντροφός σας (γελώντας). Από το ύφος σας καταλαβαίνω πως “έπεσα μέσα”. Να σας πω και τι σκέφτονται –είμαι σίγουρη– οι ερωμένες σας εκείνη την ώρα;
Α: Ξεπερνάτε τα όρια! Θα με αναγκάσετε να διακόψουμε!

Γ: Συγγνώμη, συγγνώμη, έχετε δίκιο… Με ποιο δικαίωμα; Σας παρακαλώ... σας χρειάζομαι, μη μ’ εγκαταλείπετε κι εσείς. Ξέρετε τη Νίνα από τον Γλάρο του Τσέχοφ; Ήρθε κάποιος και επειδή δεν είχε τι να κάνει σκότωσε τον γλάρο. Αν είμαι κι εγώ κάπως έτσι;  
(Ξαπλώνει αργά, κουρασμένα στο ανάκλιντρο του ιατρείου. Φαίνεται σαν να βυθίζεται σε ύπνωση.)»
Έστρεψε το βλέμμα του ερωτηματικά, μουδιασμένα επάνω της, με τόσην ένταση που το αισθάνθηκε σαν χτύπημα.

     —Σ’ αυτό το σημείο, του εξήγησε απαλά, γίνεται η διαδικασία της ύπνωσης, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η θεραπεία της Γυναίκας. Να συνεχίσουμε; Ρώτησε με γλυκιά  φωνή. Κούνησε σαστισμένα αλλά και με κρυφή έξαψη το κεφάλι του. Αυτή βυθίστηκε αργά στην πολυθρόνα της ευχαριστημένη. Ήταν ολοφάνερο. Είχε αναστατωθεί.

«Α: Για πείτε μου, τώρα, πού βρίσκεστε;
Γ: Ένα βαρύ, γκρίζο, χιονισμένο τοπίο μου πλακώνει την ψυχή. Ταξίδι μοναχικό, γεμάτο από τις θορυβώδεις σιωπές των ανθρώπων. Ο δρόμος, παράξενο, είναι καθαρός από χιόνι, γεμάτος από την γλιστερή λάσπη της βροχής, θρυμματισμένος καφετί πάγος τρυπάει τ’ αυτιά, τα μάτια, τα κόκαλα.  
Α: Και εκεί τι κάνετε;
Γ:(σχεδόν απελπισμένα) Σε ψάχνω και σε ψάχνω κι εσύ λείπεις με το βλέμμα καρφωμένο στο άνοιγμα της μπλούζας μου. Κάνεις πως διαβάζεις βαρύγδουπα, ξενόγλωσσα βιβλία κι εγώ σε κολακεύω ελπίζοντας πως επιτέλους θα σπάσεις τα δεσμά, και θα φανείς να… (με προσδοκία) Θα έρθει όμως πάλι ο Ποιητής μου. Τόσο γλυκά, αθώα φιλιά. Θα με ταξιδέψει στο όνειρο. Θα με αγαπήσει.

Α: (αλλάζοντας ύφος, λες και ξαφνικά επηρεασμένος κι αυτός από τη διαδικασία της ύπνωσης “έγινε” κάποιος άλλος) Κι εσύ τι κάνεις; Του στέλνεις ερωτικές επιστολές γεμάτες δηλητήριο να τον πονάς. Κι αυτός σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί.

Γ: Δεν θέλω να με συγχωρούν! Να με ποθούν θέλω! Να με θυμούνται! Με μίσος. Με φθόνο. Με πικρία. Αδιάφορο! Γιατί μόνο έτσι θα είμαι. Θέλω να πεθάνω… Χρόνια το σχεδιάζω. Τι ηδονή στη σκέψη αυτή… Αν δε βρω το κουράγιο για κάτι πιο σκληρό, απλά θα πηδήξω από το μπαλκόνι. Αυτό είναι πιο εύκολο, είναι μια στιγμή, δεν προλαβαίνεις να πονέσεις ή να δειλιάσεις.
(σηκώνεται απότομα, σαν να «ξύπνησε»)

    »Εμπρός! Διαφωνήστε! Προσπαθήστε να με πείσετε! Για την αξία της ζωής, για την παθολογία της απόφασής μου, για το ότι αποτελεί απόρροια της ασθένειας. Αν δεν ήμουν άρρωστη, δεν θα έπαιρνα μια τέτοια απόφαση; Ίσως. Τότε καλύτερα που είμαι άρρωστη, γιατί μου είναι πιο εύκολο. Δεν μπορείτε να καταλάβετε. Όλα ήταν ένα λάθος. Πολύ αργά να γυρίσω πίσω. Τίποτα, ποτέ δεν θα είναι όπως πριν. Πιστέψατε πως μπορείτε να με θεραπεύσετε. Το πίστεψα κι εγώ. Είναι όμως πια αργά. Λυπάμαι.»
Τον είδε έκπληκτη να σηκώνεται από την θέση του και να την πλησιάζει απειλητικά υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. Αντιδρούσε πιο έντονα απ’ ό,τι κι αυτή η ίδια περίμενε.     
«Α: Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Ξέρεις ότι θα εναντιωθώ. Μήπως κατά βάθος θέλεις να σε αποτρέψω; Μήπως απλώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου; Ή μήπως εκδικείσαι έτσι έναν άντρα ακόμα; Να τον κάνεις να αισθανθεί ότι απέτυχε: Μια ασθενής μου θα αυτοκτονήσει. Θα προσπαθήσω, αλλά δεν θα μπορέσω να την σώσω.
Γ: Υποκριτή! Τα ήξερες όλα! Από την αρχή! Σπουδαίος Θεραπευτής! (μιμούμενη τη φωνή του Α) “…Οι φωνές που ακούτε είναι, εντέλει, η συνείδηση του εσώτερου εγώ σας, που δεν συμβιβάζεται ηθικά με τις ερωτικές σας επιθυμίες…” (ειρωνικά) Κι εγώ είμαι δυστυχισμένη, γιατί είμαι ανίκανη να πετύχω ένα πήδημα με έναν αληθινό Άντρα.
(Ο Α ορμάει πάνω στη Γ ταρακουνώντας την απ’ τους ώμους)
Α: Ποια νομίζεις ότι είσαι; Τι θέλεις από μένα; Να είμαι ο εραστής που θα σε πηδήξει και θα σε παρατήσει; Κι εσύ θα σκοτώσεις τα παιδιά και τη γυναίκα μου; Τότε θα είσαι ευχαριστημένη;
(Την αρπάζει από το λαιμό και πλησιάζει το στόμα του στο δικό της, για να την φιλήσει)
Ή με θέλεις σύζυγο να σε πνίγει η αγάπη του;
(Την αρπάζει από την βουβωνική περιοχή)
Μήπως με προτιμάς τον γιο που θα σκοτώσεις, γιατί θα αρνηθεί να τρέφεσαι απ’ τη νιότη του; 
Γ: Ποτέ δεν είχα την πολυτέλεια να διαλέξω...
Α: Ψέματα! 
(Την ξαπλώνει στο ανάκλιντρο βίαια)
Γ: Αυτό μπορεί να είναι η καταστροφή σου…
Α: Και η δική σου…»


Η γυναίκα τον απώθησε δυνατά και τότε ο Θεραπευτής συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακινητοποιημένη την ασθενή του πάνω στο γραφείο και την φιλούσε βίαια στο στόμα. Και το χειρότερο. Δεν το μετάνιωνε. Εκείνη συνέχιζε να τον απωθεί σταθερά.
     —Η παράσταση τελείωσε. Του είπε με μια περίεργα ήρεμη φωνή.
Ανασηκώθηκε, πήγε κοντά στο παράθυρο, το άνοιξε, οι κισσοί σκαρφάλωναν επεκτατικοί σε όλους τους τοίχους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε το σακάκι της, του οποίου άλλα κουμπιά ήταν ήδη ξεκούμπωτα και άλλα μισοξηλωμένα μετά την τόση παραφορά της «πρόβας» τους. Κάτω απ’ το σκούρο της σακάκι ήταν ολότελα γυμνή. Μια λευκόχροη επιδερμίδα, σχεδόν διάφανη. Ο άντρας την κοίταζε αποσβολωμένος. Οι ωμοπλάτες της ριγούσαν παράξενα. Τα κόκαλα φούσκωναν αφύσικα, λες και ζητούσαν να διαρρήξουν το εύθραυστό της κορμί. Ξαφνικά δυο γωνίες πετάχτηκαν σκίζοντας το λεπτό της δέρμα. Εκείνη έσκυψε ελαφρά στενάζοντας με ηδονή. Δυο γκριζωπά κολλώδη φτερά ξεπρόβαλλαν πάνω στην πλάτη της. Ανασηκώνοντας αργά το σώμα της, γύρισε και τον κοίταξε σιωπηλά.

     Αυτός πάγωσε αντικρίζοντας τη νέα της μορφή. Είχε αποκτήσει μεγάλα αχνογάλαζα, σχεδόν άσπρα, μάτια, ολόλευκο πρόσωπο και κατακόκκινα χείλη. Το στήθος της μικρό και σφιχτό, με θηλές ροδαλές κι ολοστρόγγυλες. Τον πλησίασε περπατώντας αργά και ανάλαφρα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ο άντρας πισωπάτησε τρομαγμένος. Άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε απαλά. Ένιωσε το άρωμά της να τον ναρκώνει γλυκά. Τα χείλη της τον πλησίαζαν φέρνοντας στη μνήμη του το φιλί της. Εκείνη, λίγο πριν αγγίξει τα χείλη του, έστρεψε απότομα κάπως δεξιότερα το πρόσωπό της και κάρφωσε τα δόντια της στο λαιμό του. Τον αγκάλιασε σφιχτά τυλίγοντάς τον με τα γκρίζα φτερά της, καθώς τα χέρια της χάιδευαν τα μαλλιά του. Έπειτα από λίγο χαλάρωσε τη θανάσιμη αγκαλιά της κι αυτός γλίστρησε άψυχος στο πάτωμα μπροστά στο γραφείο του. Ανασαίνοντας βαθιά σκούπισε τα χείλη της με την ανάστροφη του χεριού της, μάζεψε αργά τα φτερά της και φόρεσε προσεκτικά το σακάκι κουμπώνοντας δύο μόνο κουμπιά. Έριξε μιαν αδιάφορη ματιά στο σώμα του άντρα και μάζεψε από κάτω την τσάντα της. «Περίεργο!» σκέφτηκε. «Δεν αντιστάθηκε καθόλου! Ακριβώς όπως ο Αστέριος. Τελικά όλα τα Τέρατα ίδια είναι!», μουρμούρισε. Και χαμογέλασε ειρωνικά κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα. 
[ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο 5-6 τεύχος του περιοδικού ΘΡΑΚΑ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …