Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΩ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΩΡΑ «Σ’ ΑΓΑΠΩ»:

Απόψε φάγαμε ελαφριά μια σούπα μόνο, όπως ταιριάζει στους ιστούς που έχουν βαρύνει από τις απλωμένες σάρκες μιας μουντής ημέρας, είπε ο πατέρας, και τράβηξε ένα μανταλάκι που καλλιεργούσε στο χώμα μια κουρτίνα με πολύχρωμα λουλούδια Του φάνηκε πολύ λυκόφως να επιστρέψει στο μνήμα με αύτανδρο τον ήλιο Έσυρε στην άμμο τις παντόφλες Πας, είπα, κι εγώ πώς θα σε κουβαλάω όλο κόκκους μες στο σπίτι;  Κάνε υπομονή και ποίημα με όστρακο στους βράχους, είπε, και μη μεγαλοπιάνεσαι απ’ τις διαθήκες των νεκρών σου Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, είπα, Σου έχω αφήσει ένα σεντόνι για την αλμύρα και το βρέφος, είπε θλιμμένα, αχάριστη, και σαν να φάνηκε πως έκλαιγε το ένα του το μάτι —στο άλλο του ράβω κάθε μέρα ένα φρέσκο μη με λησμόνει άνθος να θρέφω μόνο φτωχές ροές από ελλείψεις όταν τα βράδια επιστρέφει να μου σιάξει την κουβέρτα Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μονολόγησα, αλλά εκείνος είχε φύγει. Κι έπειτα στράφηκα  σε σένα  Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ…[Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το όστρακο]

  
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΤΙΑΧΝΩ, ΜΟΝΟΝ ΕΑΝ ΕΣΥ ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΟ ΚΡΑΤΑΣ

Δεν ξέρω αν το άκουσες  Έτρεχε ένα μικρό αεράκι στην πλάτη μ’ ένα βρέφος που νανούριζε τον ήλιο νάνι νάνι Μη φοβάταιΜας θέριζε ένα πορφυρό μένος για αγάπη τόσο λευκούς και διάφανους και εύθραυστους  αρχαίους στο λυκόφως Γιατί γνωρίζαμε πολλά κρυφά από τη γνώση Εγώ κρατούσα το σεντόνι να στρώσω ύπνο στο βράχο για το βράδυ

Θα κοιμηθούμε εδώ, σκεφτήκαμε, στις κοφτερές σπάθες των ερώτων Να κόβουν σε ωραίους καρπούς τ’ αστέρια Να  θρέφουμε το βρέφος που άφησε ο πατέρας με  εύγεστο φως από θανάτους Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, σου είπα, πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ  Εσύ μετρούσες με το ρίγος που κυκλώνει τους τυφώνες βότσαλα όστρακα υδρατμούς και χαρακιές πάνω στα βράχια
Εδώ είσαι, είπες, χαμογέλασες, στα σχήματα της πέτρας Σσσσς… Πάρε έναν μικρό αστερία, είπα, μη μιλάς, και σ’ τον ακούμπησα στα χείλη Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω, μόνον εάν εσύ το όστρακο κρατάς και το σφυρί εγώ σιγά σιγά να με κολλάμε πάλι σε λέξεις από ίνες σιγά σιγά, η αχάριστη, όπως το κληροδότησε ο πατέρας.

[Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το Όστρακο όπως αναρτήθηκε στο Ιστολόγιο της Ενύπνια Ψιχίων με πίνακες του Χρήστου Οικονόμου και της margarita sikorskaia]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …