Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΙΡΙΟ ΚΙ ΕΝΑ, ΠΟΥ ΤΟ ΒΡΙΣΚΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΚΙ ΩΣΠΟΥ ΝΑ ΤΟ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΧΑΝΕΤΑΙ:

Στο σημείο που αρχίζει εκείνο που για τους άλλους τελειώνει, συμβαίνει να πρωτακούγεται, μ’ όλα τα ντο και τα σολ της, η μουσική που ξέρει να σχηματίζει μιαν αέναα επαναλαμβανόμενη κέντα για χάρη της μικρής τύχης των ματιών μας. Δύσκολο μοιάζει αλλά είναι απλό. Ρίχνεις τα χαρτιά και τ’ ανοίγεις. Εμφανίζονται πλήθος από μοβ «όχι» και κόκκινα «ναι», σιωπηλά «πάντα» και ηχερά «ποτέ», όλα τους με τρόπο τοποθετημένα σε σχέδια γεωμετρικά δοσμένα κατευθείαν απ’ την ψυχή σου… Παράξενο. Τι είναι λοιπόν αυτό που μας κάνει να παίζουμε διαφορετικό ρόλο σε κάθε πράξη ενός και του αυτού έργου; Γιατί εννοούμε να δοκιμαζόμαστε πάλι και πάλι;… Έχουμε τόσο πολύ τριφθεί πάνω στην κοινωνία και το κοινωνικό ψεύδος που και η πιο σημαντική αλήθεια, ευθέως διατυπωμένη, μοιάζει παραδοξολογία. Στη διάρκεια ενός σιγαρέτου που είναι η ζωή μας και όπου χαιρόμαστε και αυτοκαταστρεφόμαστε όπως άλλωστε και στους έρωτες, τις απόπειρες δημιουργίας, και οπουδήποτε αλλού, το μόνο φωσάκι που δεν σβήνει ακόμη κι αν χρόνος μας το πατά χάμω είναι το κάλλος. Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στη ιδιωτική μας αιωνιότητα. [αποσπάσματα από το κείμενο ΕΙ ΜΗ ΕΝ ΕΙΗ ΠΕΡΑΝΕΙ ΠΡΟΣ ΑΛΛΟ από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ, Ύψιλον/ Βιβλία 1995 και με ΚΛΙΚ στο κολάζ του ποιητή όλο το σχετικό κείμενο]



Ανταλλάσσουμε το μέλλον μας όπως οι ναυτικοί φάροι τους προβολείς τους,
έτσι που σε μιαν τελική διάθλαση όλες μας οι ηλικίες να δίνουν το παρόν επί τω αυτώ, καθώς και όλα μας τα στοιχεία υγρά και στερεά, εύφλεκτα και κρυσταλλικά, σκοτεινά και πάνλαμπρα να δίνουν άθροισμα το εν. Εἰ μή ἐν εἴη περανεῖ πρός ἄλλο . Με τέτοιο τρόπο φτάνει κανείς περικλείοντας όλες τις μορφές της ζωής στο ίδιο αποτέλεσμα μ’ εκείνο του πεζού και του ιπτάμενου, από την άποψη της διαφορετικής ταχύτητας των σωμάτων κι ας μην είχαν οι φουτουριστές του 1920 αντιληφθεί ότι τροχάδην φεύγουν τα πάντα, πάντα στην ίδια θέση όπως τ’ άστρα.

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ
Έχουν και οι αισθήσεις τη δική τους χημεία, όπως εκείνα τα πέραν των δέκα χαϊδευτικά δάχτυλα με των δυο ποιοτήτων δέρματα, ή το παρασκεύασμα κυανού από ουλτραμαρίνα με οξύ νερό της βερβένας τέλος, last but not least, τα παραδοσιακώς αντίθετα, λεμόνι και ζάχαρη, όπως εδώ και αιώνες βρίσκουμε να συμβιούν ειρηνικά στον βυθό ενός κυπέλλου με καυτό τσάι.

Αχ αγάπη, πώς καταφέρνεις ν’ αποχωρίζεσαι απ’ το στοιχείο του έρωτα! Πώς τ’ αφήνεις να φτάνει σε μιαν ύστατη έκρηξη και να εξαντλείται, τη στιγμή που εσύ ατάραχη συντηρείσαι και ανεβαίνεις όπως το λάδι πάνω απ’ το νερό, για να κρατήσεις αναμμένη την φλόγα μιας ατελεύτητης ημέρας.

Με την κάθε μέρα που ζούμε γινόμαστε άθελά μας εκατομμυριούχοι θραυσμάτων από εικόνες που γεννάει το μέσα μας ασήμαντον. Όποιος δεν έτυχε να δει ποτέ του με πόση γοργάδα και χάρη ανεβοκατεβαίνει μέρα νύχτα και συναποκομίζει από το έδαφος άπειρα μικροπράγματα, σποράκια, πετρίτσες, φυλλαράκια, πευκοβελόνες, άχυρα και πούπουλα, μια μητέρα νεοσσών ώστε να μπορέσει να στεγάσει τα παιδιά της, όποιος δεν ξύπνησε τ’ άλλο πρωί να βρει μια φωλιά στο γείσο της ταράτσας του και να σαστίσει από αυτό το στιγμιαίο μήνυμα ζωής και μαγικής μαστοριάς, δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει πώς με το ίδιο τιποτένιο υλικό, αποκόμματα εικονογραφημένων περιοδικών, κάποτε και βιβλίων, μπορεί να φτάσει κανείς, με μιαν ανάλογη μαγική μαστοριά, στην τεχνική της συνεικόνας και κατ’ αναλογίαν να δώσει το όραμα ενός κόσμου όπου το γραφικό σήμα παίρνει τη θέση του απλού ψηφίου και να μεταδώσει άλλου είδους ποιητικά μηνύματα, όσο κι αν η γραφή πάντοτε βγαίνει πρώτη στην τελική αναμέτρηση.

Υπήρξαν μερικές περίοδοι που τις χαρήκαμε όπως ο τρελός την ελευθερία του. Το γραφείο μου –κείνο της αφανούς γεωμετρίας- κόντευε σχεδόν να μεταβληθεί σε προξενείο έμμονων ιδεών και υπερβατικών σχημάτων. Κόρες του Αγίου Βορρά με υελώδη ωμοφόρια κι άλλες με άλω χρυσή και προκαθορισμένη μέσα στο θερινό κατά τα άλλα εορτολόγιο θέση, βάρκες πρηνείς μέσα στα πρίνα ή μόλις ξεμυτίζοντας απ’ την κρυψώνα τους, κομμάτια θάλασσας όπως κανείς ποτέ δεν τα δε, ιππάρια κυματοειδή, αύλακες αφρού περιούσιου. Μιλώ για κάτι που είναι και όχι. Κείνο το καίριο κι ένα, που το βρίσκεις σε μια πρώτη σελίδα κοριτσιού κι ώσπου να το εξηγήσεις χάνεται.

Έχουμε τόσο πολύ τριφθεί πάνω στην κοινωνία και το κοινωνικό ψεύδος που και η πιο σημαντική αλήθεια, ευθέως διατυπωμένη, μοιάζει παραδοξολογία.

Στη διάρκεια ενός σιγαρέτου που είναι η ζωή μας και όπου χαιρόμαστε και αυτοκαταστρεφόμαστε όπως άλλωστε και στους έρωτες, τις απόπειρες δημιουργίας, και οπουδήποτε αλλού, το μόνο φωσάκι που δεν σβήνει ακόμη κι αν χρόνος μας το πατά χάμω είναι το κάλλος. Η απειροελάχιστη στιγμή όπου γευτήκαμε το κάλλος και την ενσωματώσαμε μια για πάντα μες στη ιδιωτική μας αιωνιότητα.

[ΠΗΓΗ: Οδυσσέας Ελύτης, Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ, Ύψιλον/ Βιβλία 1995]

Θ’ αρχίσω με μιαν ήχηση που να φτάνει από το πιο σκληρό μέταλλο έως την πιο λεπτή χορδή, χωρίς ούτε οι απολαύσεις ν’ αποκλείονται ούτε οι ενοχές να επιβάλλονται, αλλά η φύσις να παραμένει φύσις. Υπάρχει ένας τρόπος να μπαινοβγαίνουμε στα καθημερινά γεγονότα, έτσι που το ρούχο μας να μην πιάνεται από τα κλαδιά που απλώνει γύρω μας το συμφέρον, αυτό το επίμονο βήμα σημειωτόν πάνω στο θυμικό μας, η αφαίρεση ενός μικρότατου ευτυχισμού που ο άνθρωπος φυλάγει στα πιο ασφαλή θησαυροφυλάκια της ιδιωτικής του ζωής.Κι όμως διαφορετικός θα ήταν ο Μάιος αν αντί να πληρώνουμε και τέλη για την εισπνοή του οξυγόνου του, λαλούσαμε πέτρα και λαλούσαμε νερό με την ελπίδα ν’ αναφανεί μια μέρα ένα καινούργιο άλσος, κατάλληλο να δεχθεί την ταφή μας. Έαρ χρειάζεται και ζωή πλήρης καθαρότητας, για ένα δώρο που κανείς άλλος δεν μπορεί να στο προσφέρει - Αποσπάσματα από το βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη: Ο ΚΗΠΟΣ με τις ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ, Ύψιλον/Βιβλία 1995]


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …