Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΚΟΠΟΙ ΜΑΣ ΧΑΜΕΝΟΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑ ΠΡΟΦΑΣΗ

Μετά την επανάσταση την επαύριον κιόλας, βρέθηκαν κρεμασμένοι δυο άγνωστοι σ’ ένα σοκάκι. Ο ένας φαίνεται πως ήταν Ιουδαίος, ίσως ο μόνος άνθρωπος που πέθανε δύο και περισσότερες φορές. Ο άλλος ήταν κάποιος άγνωστος περιηγητής, Βρετανός το επώνυμο. Οι κάτοικοι του Χαλεπιού χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν θρηνούσαν τους ηρωικούς νεκρούς. Από παντού άκουγες μοιρολόγια και στεναγμούς, που ήτανε να σου σπάει η καρδιά. Όπου να πήγαινες τα μαγαζιά κλειστά. Ωστόσο οι γυναίκες παραδίνονταν αυθόρμητα στον πρώτο περαστικό που τις ζητούσε. Ήταν κι αυτό δείγμα πένθους. Από τα νεκροταφεία ακούγονταν μακρόσυρτες φωνές που διαρκούσαν ολόκληρες εβδομάδες. Μετά τα μεσάνυχτα κανείς δεν τολμούσε πια να κοιμηθεί μην προσβληθούν οι ψυχές των νεκρών και εγκαταλείψουν την  πολιτεία στην τύχη της. Αυτά ίσαμε τις πρωινές ώρες που χτυπούσε το κανόνι. Το αίμα των θυμάτων μύριζε ακόμα φοβερά. Οι κινηματογράφοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι και ήταν αδύνατο να πλησιάσεις χωρίς ειδικό εισιτήριο που δίνονταν μονάχα στους μυημένους. Ταινία βέβαια δεν δείχνονταν. κι αυτές οι αγγλικές αρχές, οι τόσο ατάραχες είχαν αρχίσει ν’ ανησυχούν, με τις ασυνήθιστες αυτές εκδηλώσεις του πλήθους, τέτοια εποχή του χρόνου. Η αγωνία κορυφώθηκε όταν εμφανίστηκε μυστηριωδώς στο κέντρο της πόλης, ένας καινούριος παραπόταμος του Δούναβη, γνωστός με το ψευδώνυμο Ιλισσός. Όμως όλοι καταλάβαιναν κι απλώνονταν τότε από τη μια άκρη της πόλης ίσαμε την άλλη ένα κατάμαυρο χαλί, που στα μέρη αυτά ονομάζεται Σιγή. Εμφανίσου λοιπόν. Κι εμφανίζονταν, Συνοδευόμενος από τους νεκρούς, ο μεγαλέξανδρος!.. [μια ιστορία από τον ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ του Νάνου Βαλαωρίτη και με ΚΛΙΚ στην εικόνα του Άδωνι (adonis and the blood red anemone by axellie) ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ, ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ, ΑΔΩΝΙΣ κι άλλες ιστορίες από το ίδιο βιβλίο]



ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ
Όταν το τρένο σταμάτησε απότομα, οι επιβαίνοντες διαπίστωσαν με φρίκη πως σταθμός δεν υπήρχε. Ματιές άρχισαν ν’ ανταλλάσσονται με τους απέναντι καθημένους πλήρεις υποχρεώσεων και κατάφορτοι έρωτος. Το τρένο θα ξεκινούσε άραγες ξανά; Οι καρδιές θα εδονούντο ξανά όπως άλλοτες πλήρεις συγκινήσεως; Τα μάτια της θα διατηρούσαν την προς αυτόν αφοσίωσίν τους; Η έκρηξις θα συντελείτο σύμφωνα με τους υπολογισμούς; Αυτά κι άλλα πολλά παρόμοια ενοσήλευον διαρκώς οι ανήσυχες ψυχές των. . Κι όταν το τρένο ξεκινούσε όλοι διερωτώντο το όνομα του οδηγού, όταν εισήρχετο εις σήραγγα, τ’ όνομά της γυναικός του,  όταν εξήρχετο τηλεφωνούσαν να φέρουν το γιατρό, όταν το τρένο περνούσε ενδιάμεσους σταθμούς χωρίς να σταματήσει, οι κυρίες έσπευδαν στ’ αποχωρητήρια, όταν το τρένο άλλαζε γραμμή να περάσει άλλος συρμός, όλοι ερωτοτροπούσαν με τον ωραίο θαλαμηπόλο, όταν το τρένο περνούσε από γέφυρα ποταμού, ξυπνούσαν παλιές αναμνήσεις κι ερόδιζε το στερέωμα προς δυσμάς χωρίς ο ήλιος διόλου ν’ ανακατεύεται, όταν περνούσε από βιομηχανική πόλη, ο νέος εκοιμάτο εις στρατιωτική κλίνην, το δεξί του χέρι λαβωμένο εντός επιδέσμου και γύρω οι σύντροφοί του έκλαιον απαρηγόρητοι, όταν περνούσε από πόλη παραλιακή, αν επρόκειτο περί λουτροπόλεως, τα κορίτσια έπεφταν αμέσως εις το νερό σκανδαλωδώς χειρονομούσαι και ελάχιστα ενδεδυμέναι, αν επρόκειτο περί λιμανιού οι άνδρες εστέκονταν με τα ψηλά καπέλα στην προκυμαία και αποχαιρετούσαν, στα μάτια των διακρίνονταν δάκρυα, στο βάθος το υπερωκεάνιο, ηλιοβασίλεμα. Αν διήρχετο άλλην λουτρόπολιν πλησίον των Άλπεων, την ώραν του γεύματος εισήρχετο αστυνομικοί και εξετέλουν συλλήψεις, αν σταματούσε το τρένο στα σύνορα, εσυλλαμβάνοντο μόνον οι σιδηροδρομικοί. Όταν πολλά τρένα συγχρόνως διέσχιζαν μεγαλούπολιν, αν ακούγονταν οι σφυρίχτρες θα ξημέρωνε ημέρα βροχερή, αν ακούγονταν μονάχα οι ατμομηχανές, η επέμβασις ίσως να απέβαινε προς όφελος τρίτου, αν ακούγονταν ο θόρυβος του τρένου ασυνήθως εκκωφαντικός, ωσάν να διέσχιζε αυτό τούτο το δωμάτιο του ασθενούς, τότε θα απέπλεον, τα ιστιοφόρα κενά πληρωμάτων, αν πάλι το τρένο σταματούσε δυο χιλιοστά του μέτρου προ της κοιμωμένης και ανυπόπτου κόρης, τα ιστιοφόρα θα επανήρχοντο άθικτα εις τας βάσεις των. Αν αργοπορούσε το τρένο και οι επιβάτες αναγκάζονταν να περιμένουν εις τον σταθμόν πέραν της δωδεκάτης, την επομένην εις τον τύπον θα απεσιωπάτο, εντέχνως το επεισόδιο. Αν οι σιδηροδρομικοί κατήρχοντο σύσσωμοι εις απεργίαν, αιτούντες την απελευθέρωσιν του συναδέλφου των, ο τύπος θα υπεκρίνετο το πρόσωπον του διαιτητού. Αν επωλούντο αίφνης και χωρίς προειδοποίησιν αι ατμομηχαναί, ο τύπος θα παρεπονείτο διότι δεν εζητήθη η γνώμη του κοινού.

Αν εις κινηματογράφον τρένο εξετροχιάζετο υπό Ινδών ερυθροδέρμων πίπτον εις γκρεμόν, η μικρή θα εζήτει από τη μητέρα της να συγκοιμηθή μετ’ αυτής και του πατρός της εις την αυτήν κλίνην.

Εάν δύο τρένα ταξιδεύοντα με την αυτήν περίπου ιλιγγιώδη ταχύτητα και εις αντιθέτους κατευθύνσεις συνεκρούοντο προ νοσοκομείου η μικρή θα απεποιήτο το βραδινό της φαγητό. Αν έτρωγε έστω και το ήμισυ του φαγητού προ της επιμονής της μητρός της, την επομένην ασφαλώς θα ηξίοι από τον πατέρα της ως δώρον παιδικόν συρμόν κατά προτίμησιν ηλεκτροκίνητον. Αν ο τύπος διενοείτο ν’ αναμιχθεί εις την υπόθεσιν, παρά τας υπάρχουσας αυστηράς διατάξεις, η μικρή θα επυρπόλει πάραυτα τα γραφεία της εφημερίδος. Αν τέλος εκείνο το απόγευμα κανένα τρένο δεν διέσχιζε την ερειπωμένην πολιτεία, ουδείς θόρυβος θα ήρχετο να ταράξει τους εραστάς εις την παράφορον περίπτυξιν των οποίων εδίδοντο ασυστόλως, τα μαλακά, λευκά, και ημίγυμνα κρυφά κορμιά των κοριτσιών του γειτονικού παρθεναγωγείου μέσα εις τα χαλάσματα και τους σωρούς, κενά που αφήκε φεύγοντας ο πόλεμος.

ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ
Ένας-ένας έφυγαν απ’ τα ψηλά οροπέδια κι έμεναν έρημα και το βουνό και το σπίτι καθώς βυθίζονταν το τρένο τολμηρά στις αχανείς εκτάσεις.
Τα πεύκα τριγύρω έμοιαζαν παιχνίδια, οι θάμνοι γεμάτοι σαύρες και φίδια παραμέριζαν καθώς περνούσαμε. Κανείς δεν εφαίνονταν στον ορίζοντα μήτε καβαλάρης μήτε πεζός. Ο κρότος εγίνονταν σιγά-σιγά ανυπόφορος καθώς μάζευε το τρένο ταχύτητα στον κατήφορο. Βροντούσαν οι ρόδες πάνω στον κατήφορο, τσακίζονταν τα χώματα και ξεψυχούσαν οι άνθρωποι σ’ όλη την έκταση του απαίσιου κάμπου. Τέλος όταν φτάσαμε στα χαμηλότερα στρώματα, στις υγρότερες περιοχές, βγήκε και στάθηκε χλωμός στην πόρτα του εξώστη.

Η σελήνη έλουζε την όψη του και τα μαλλιά του έπεφταν μακριά και μαύρα στους ώμους του. Με συγκρατημένη ταραχή, χωρίς όμως τίποτα να φανεί, φόρεσε τα βελούδινα γάντια του και ψιθύρισε: «Κεκλεισμένων των θυρών» και ερρίφθη κάτω με ορμή κι εχάνονταν στο μελανό νερό, κι έπεφταν μαζί του όλες οι ελπίδες μας σαν γυμνές παραδουλεύτρες και βυθίζονταν ο συρμός βαθύτερα στο αόρατο νερό και τα πουλιά και οι πολιτείες, όλα στροβιλίζονταν μες το μυαλό του κοιμισμένου εφήβου, κι αναφλέγονταν τα ξερά κλαριά της σκεπής, οι θύρες, και εχώνονταν στην κλίνη της έντρομα τα λιοντάρια, κι αυτή τα θώπευε απαλά στους μηρούς, ενόσω έξω μαίνονταν ο χαρτοπόλεμος και οι αστραπές αυλάκωναν το στερέωμα χωρίς ν’ ακούγεται  μήτε ψίθυρος μήτε η βροχή που αμείλικτη ράπιζε τα τζάμια. Κάτω στις μεγάλες έρημες αίθουσες όλες οι φωτιές ήταν αναμμένες και εθέρμαιναν τα μάρμαρα τους πίνακες και τ’ αγάλματα των αυτοκρατόρων.
Εδώ συναντήθηκαν πρώτη φορά εκείνος κι εκείνη κι αγαπήθηκαν εντελώς παράφορα παρόλη την υγρασία. Και εν τούτοις με πόση τέχνη ήταν ζωγραφισμένη πάνω στα χείλη τους η περιφρόνησις.

ΑΔΩΝΙΣ
Στη μικρή παραθαλάσσια πόλη της Αχαΐας κοντά στην τοποθεσία Μπουράκι διαδραματίζονται συγκινητικές στιγμές την Άνοιξη. Όμως τηρείται γύρω του άκρα μυστικότης. Μερικά μόνον έμπιστα πρόσωπα ξεκινούν τα χαράματα και πηγαίνουν σε μια ερειπωμένη έπαυλη μέσα στις καλαμιές. Στο στόμιο της στέρνας σταματούν και ρίχνουν κάτω τους κουβάδες και τον ανεβάζουν επάνω. Τον αλείβουν με λάδι τού χτενίζουν τα μακριά μαύρα μαλλιά, τον τρίβουν σε όλο το κορμί με διάφορα αρωματικά βοτάνια και αλοιφές και τέλος ένας-ένας φυσάνε μέσα στο στόμα του για να του δώσουν αναπνοή.

Όμως εκείνος κοιμάται. Δεν ξυπνάει εύκολα. Φέρνουν τότες τα τρυφερότερα κορίτσια επάνω ακριβώς στον οργασμό της ήβης τους, τα γδύνουν και τ’ αμολάνε σαν περιστέρια επάνω του. Όμως μάταια φτερουγίζουν γύρω του, μάταια ιδρώνουν λαχανιάζουν και βογκάνε όπως η θάλασσα στις σκοτεινές σπηλιές και στην αγκαλιά κατόπιν η μια της άλλης γυρεύουν να εκπληρώσουν τον τυφλό πόθο που του τρέφουν. Χαμπάρι δεν παίρνει από τη θύελλα των αισθήσεων που μαίνεται γύρω του, την απεγνωσμένη τρικυμία της σάρκας που πασκίζει να ξυπνήσει τη σάρκα τους. Τί κι αν χτυπάει που πάει να σπάσει σαν δυναμόμετρο η καρδιά τους; Τί κι αν βουίζει το αίμα στ’ αυτιά τους όπως ο άνεμος μέσα στα πεύκα. Τί κι αν σπαράζουν επάνω του σαν χέλια οι λυγερές. Τί κι αν προσφέρουν σαν ολοκαύτωμα το σγουρό το θηλυκότερο κομμάτι της νιότης τους; Τί κι αν παραδίνουν δίχως άλλες διαπραγματεύσεις τα χείλια της πιο κρυφής σχισμής που τρέλανε η λαχτάρα;

Τί κι αν παθαίνουν, μες στους πυκνούς ελαιώνες των τριχών που φυτρώνουν σαν παρθένο δάσος στην κοιλιά, τις φοβερές εκείνες σεισμικές δονήσεις που τραντάζουν και τα βαθύτερα θεμέλια της ύπαρξής τους;
Αυτός κοιμάται αναίσθητος και ωραίος. Μήτε θυσίες βοδιών μήτε εκατόμβες πουλιών ή ανθρώπων μπορούν να τον συνεφέρουν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ξυπνήσει — όπως αποκοιμήθηκε κατά τύχην. Μα το Θεό δε γελάστηκα.

Κι από το πλήθος που θρηνούσε απελπισμένο γύρω του ένας μικρός ξεχώρισε και τον παρατηρούσε με περιέργεια. Σπάζοντας τότες ένα στάχυ από τη γης πλησίασε και του γαργάλησε το ρουθούνι. Όμως τη στιγμή που ορμούσαν οι παριστάμενοι να τον σκοτώσουν στο ξύλο ίσως και για να τον κάνουν κομμάτια, ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Η χαρούμενη είδηση μεταδόθηκε σαν αστραπή. Ποιός φτερνίστηκε, ρώτησε ένας μαραγκός. Ο Θεός Άδωνις, του πέταξαν αστειευόμενοι μερικά πειραχτήρια που δεν είχαν ιδέα πως έλεγαν την αλήθεια. «Άδωνις;» επανέλαβε ο μαραγκός, δίχως να πολυπιστεύει. «Γιατί όχι;» του είπαν αυτοί; «Δίχως άλλο» είπε ο μαραγκός με ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία «Δίχως άλλο» για να τους ξεφορτωθεί και με το δίκιο του, νομίζοντας πως τον κορόιδευαν [Λονδίνο 1948]


(Ιστορίες του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο του Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ, αδημοσίευτη συλλογή, από τον τόμο ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1 1944-1964, Ύψιλον / βιβλία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …