Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ (γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες που σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις):

Έρχεται πρώτα στον Ποιητή η λέξη «Πολιτεία». Γεμάτη πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε, στενάχωροι δρόμοι, πανύψηλα τείχη τριγύρω, Κατόπιν η λέξη «καράβι» που σημαίνει ελπίδα κι η λέξη «αετός» που παριστάνει τον ουρανό. Σύμβολα της μοναξιάς στρογγυλά σαν χαλίκια στην ακρογιαλιά ανεπανόρθωτα σαν τον ήλιο. Τριγύρω τα περικλείνει η λέξη «θάλασσα» που είναι το πρόσωπο της Παναγιάς απέραντη όσο είναι ο πόνος μας. Δίπλα σ’ αυτήν ένας καβαλάρης που τη μορφή του μου είναι αδύνατο να διακρίνω χαμένος παντοτινά μέσα στην νύχτα των Ονείρων. Είναι το άστρο που λαχταράμε να μας φωτίσει, το χέρι που κάποτε θα ’ρθει να σμίξει με το δικό μας! Πίσω μας είναι τα πρόσωπα εκείνων που αγαπήσαμε!.. Ντυμένοι ανάλογα με τις αναμνήσεις που έχουμε από αυτούς:  άλλοτε με την πορφύρα των Βασιλειάδων ή τους χιτώνες των ηρώων κι άλλοτε σιδηρόφρακτοι σαν πολεμιστές του Μεσαίωνα. Το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε στο ηλιοβασίλεμα απαράλλαχτοι με τις υποσχέσεις που δώσαμε, με τους όρκους που δεν κρατήσαμε στο γυρισμό των ανέμων. Μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος, γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες και σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις, η δίψα να τις διαβείς κι η ελπίδα σε τυραννάει πως ίσως κάποτε από αυτές να ’τανε μια που θα σ’ έβγαζε στον ήλιο!.. Και μιαν άλλη που ’χε τα γιασεμιά της κρυμμένα ή μια τρίτη που δεν μπόρεσες τότε να την ανοίξεις και τώρα είναι πια αργά, είναι αδύνατο να γυρίσεις γιατί άλλαξε ο ποταμός τόσες φορές τα νερά του κι οι άνεμοι που φυσούν σε σπρώχνουν ολοένα μακρύτερα από την πατρική σου γη!.. [ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ και με ΚΛΙΚ στον πίνακα που υπογράφεται από Jerzy Głuszek κι άλλα ΑΠΟΚΡΥΦΑ θέματα του ποιητή περί των κόπων του ανθρώπου  που μπορεί να πάνε χαμένοι και το ταξίδι να μείνει  μια πρόφαση. Τι φταίνε όμως αν δίνουν φτερά οι Θεοί και νύχια οι άνθρωποι;]



ΤΙ ΦΤΑΙΩ ΑΝ ΜΟΥ ΔΙΝΟΥΝ ΦΤΕΡΑ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΝΥΧΙΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ:  
Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχθη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι καθαρίζοντας τα ντουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό. Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχθη τα σκουριασμένα κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους, και προσπαθούμε αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές, με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ’ρθούμε σε συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες. Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δε σκοτίζονται. Ίσως να αγνοούν και την ύπαρξή μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα ανώριμοι να τους δεχτούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλον κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά μας μια φρικτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι [ΑΠΟΚΡΥΦΑ Ι, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

ΒΑΡΒΑΡΟ ΧΕΡΙ ΑΠΛΩΘΗΚΕ Ν’ ΑΡΠΑΞΕΙ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΙΝΕΙ:
Είχαν περάσει αρκετές μέρες κι ακόμα δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή στις εκφράσεις, στους τρόπους ή στις χειρονομίες τους. Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κανένα σημάδι να δείξει, ή τουλάχιστον μια επιγραφή, σε άλλη γλώσσα πάνω στον τοίχο. Ακόμα τίποτα. Οι φίλοι, οι συνάδελφοί μου, το μεσημέρι στα γεύματα, κρατούσαν τα προσχήματα. Οι επιθεωρητές κάθε πρωί στη θέση τους μας παρακολουθούσαν, την ώρα που μπαίναμε. Ο ένας σημείωνε με το μολύβι ένα κόκκινο σημάδι δίπλα στο όνομα, ο άλλος μετρούσε. Στις δώδεκα, την ώρα που φεύγαμε, πάλι ατάραχοι μετρούσαν και σημείωναν. Όταν άδειαζε το κτίριο, όταν έκλειναν τα γραφεία, έμπαιναν οι θυρωροί και σκούπιζαν, έκαιγαν τα πεταμένα χαρτιά και δοκίμαζαν τα κουδούνια. Κατόπιν έφευγαν κι αυτοί και πήγαιναν στα σπίτια τους να γευματίσουν με την οικογένεια. Χαμπάρι δεν είχαν [[ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΙV, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ]

Οι κόποι μας χαμένοι λοιπόν και τα ταξίδι μια πρόφαση
Γαλανά μάτια με τυλίγανε
Όπως τυλίγει ο ουρανός τη θάλασσα
Όπως τυλίγεται σ’ ένα βουνό ένα σύννεφο
Όπως ξετυλίχθηκε η ζωή μου
……………………….
Το μυστικό της Αλχημείας είναι πώς
Ν’ ανάψεις στην καρδιά ένα φως
Που να την καίει σιγά-σιγά
Ώσπου να γίνει θαλασσιά

Μέσα στο ηλεκτροφώτιστο δοχείο
Η αλήθεια ανάβλυζε σαν νερό
Απ’ την πηγή του εαυτού της
Η αλήθεια που αγαπούσα με φανατισμό

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΣΤΙΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΝ που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …