Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: «τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνο τον καιρό»

 «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου; Κι ας έδεσε το χέρι μου με καθαρό μαντίλι, ας με παρηγορούσε αυτός που με συνόδευε –ευχαριστώ πατέρα. Καλωσόρισες κι απόψε, ντυμένος στα νησιώτικά σου όπως τότε, που με συνόδευες για να με παραδώσεις νύφη σε άλλον άνδρα. Τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνον τον καιρό. Κυριολεκτικά ένας Κανένας.… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;»
 Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Eλένη Mπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Eλληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Eλένη ή ο Kανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Eλένης, με τα δικά του αντικλείδια (αποσπάσματα από το ΣΤ κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα με ΚΛΙΚ στην εικόνα)



ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ:  
Ένα παντζούρι χτύπησε στον τοίχο. Ένα κύμα έσκασε στο γιαλό κάτω απ’ το σπίτι. Είπα στη Λασκαρίνα να σύρει και να κλείσει το παντζούρι. Απάνω θα ’ταν. Έπειτα να φέρει κι άλλα ξύλα. Άνεμος δυνατός. Κύματα το ένα μετά το άλλο.

Άνεμος ήτανε και πριν από τα σαρανταεννέα χρόνια. Έριξε κάτω το μικρό καθρέφτη και τον έσπασε. Μα έπρεπε κι εκείνο το κορίτσι να τον είχε στερεώσει πιο καλά πάνω στο δένδρο. Ήτανε συκιά; Σίγουρα ένα δένδρο από τη Νάπολη.

Τότε φύσηξε πρώτη φορά ο άνεμος του. Αύρα που τύλιξε την κόρη και την έδωσε στον έρωτα του. Γύρισε στρόβιλος αργότερα και άνοιξε δυο μνήματα στης γης τον πάτο. Αλλά τίποτε δεν εμάντεψε η κόρη πρωτοβλέποντάς τον, γιατί ποια νεαρή γυναίκα μαντεύει στο πρόσωπο ενός ωραίου άνδρα του ανεμοστρόβιλου το μέλλον; Να είχα τουλάχιστον φορέσει ενωρίτερα τα άρματα των αντρίκειων ρούχων και να τον έβλεπα έτσι οπλισμένη.

Όμως όχι, πήγαινα με την αφέλεια της ηλικίας. Πόση να ήμουν άραγες, δεκαπέντε, δεκαεφτά χρονών ντυμένη με σούρες και με ζακετάκια, όταν του πήγα τη συστατική επιστολή στη Νάπολη και τον αντίκρισα πρώτη φορά; Πρέπει να ήμουν πολύ πιο μεγάλη, διότι εξηγούσε η επιστολή πως εγώ, η κομίζουσα, ήξερα να ζωγραφίζω άριστα. Υπέγραφε ο Ραφαέλο Τσέκολι, ο δάσκαλός μου στην Αθήνα. Ο άνεμος άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Εγώ άνοιξα το μεγάλο χαρτοφύλακα, που έφερα μαζί μου από την Ελλάδα στη Νάπολη, κι άρχισα να δείχνω στους κυρίους ζωγράφους τα έργα μου. Μου συμπαραστέκονταν στη δύσκολη ώρα εκείνος που με εμπιστευότανε σε ξένα χέρια – πες μου, λοιπόν, πατέρα, αν αντιλήφθηκες κι εσύ, ο γεννημένος ναύτης, το άγγιγμα εκείνου του παράξενου ανέμου, την ανατριχίλα μου στη θέα του άνδρα, στον οποίο χωρίς να το καταλαβαίνεις με παρέδιδες γυναίκα, του πατέρα των παιδιών μου. Αν τον ένιωσες, θα έβαλες ίσως σαν θαλασσινός στο νου σου όλο εκείνο το ταξίδι που επρόκειτο να κάνω. Αλλά δεν μίλησες, γιατί ήταν πια πολύ αργά. Και δεν μπορούσες να με αρπάξεις, να με σπρώξεις στο πρώτο πλοίο και να γυρίσουμε αμέσως πίσω, σαν δειλοί. Εσύ περίμενες ούριο τον άνεμο μου, αν ποτέ του επέτρεπα να μ’ αγγίξει, κατανοούσες όμως και την εξουσία της μοίρας, που έρχεται ώρα και δαμάζει σε έρωτα ή σε θάνατο ακόμη και τους πιο ανυπόταχτους, τους πιο γενναίους. Βέβαια αρνήθηκες, ενόσω ζούσες, να τον ξαναδείς. Μόνο στο πρόσωπο του πρώτου γιου μου, του Ιωάννη, αόριστα θα τον ανακαλούσες κάπου-κάπου – καλωσόρισες κι εσύ απόψε αγαπημένε μου Ιωάννη.

Άνεμος ήταν και διασκόρπισε το φύτρο του. Μα και από αέρινους, από αθώρητους γεννήτορες ερχόταν, που εγώ, η έστω και για τόσο λίγο νύφη τους στη Φλωρεντία, ποτέ δεν αξιώθηκα να δω. Πώς άλλωστε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού εκείνος δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Βασίλειο των δύο Σικελιών. Και οι γονείς του έμειναν για πάντα στην πόλη Φότζια, όπου είχε γεννηθεί ο άνεμος Φραντζέσκο Σαβέριο Αλταμούρα και τ’ αδέλφια, τα ξαδέλφια του και όλοι οι πρόγονοι της αστικής του οικογένειας. Οι γονείς τους, όπου κι αν έστρεψαν το βλέμμα γύρω-τριγύρω από την πολιτεία της Φότζια, έβλεπαν παντού τη γη τους ολόισια, καρπερή, έναν απέραντο σιτοβολώνα. Πάχνη την άνοιξη και το φθινόπωρο, η αντηλιά το καλοκαίρι και πυκνά πέπλα βροχής κατά τη διάρκεια του χειμώνα τους τύλιγαν μέσα σε όλες τις μεταμορφώσεις των νερών. Έτσι έμειναν αδιάκοπα φυλακισμένοι στον ανοιχτό σιτοβολώνα του ορίζοντός τους, κλεισμένοι μέσα  τα ουράνια νερά ο πατέρας του, ο ανώτερος υπάλληλος Ραφαέλο ντ’ Αλταμούρα, και η μάνα του, η ελληνικής καταγωγής Σοφία Περηφάνου.
Η καταγωγή της μητέρας του Σοφίας, που το όνομα της θα έπαιρνε αργότερα η θυγατέρα μας, ήταν ο λόγος που σταμάτησε ο άνεμος κι έπιασε κουβέντα με μια συνομήλικη ζωγράφο, που ερχόταν από το μύθο μιας Ανατολής. Διότι ερχόμουνα από πολύ παλιά, από την άγνωστη σ’ αυτόν, και στη μητέρα του ακόμη, γη του πανάρχαιου μητρικού του νήματος. Άλλωστε ήταν τέτοιοι οι καιροί, που όλοι τους τότε στην Εσπερία συλλογίζονταν πώς άραγε να έμοιαζε αυτή η επαναστατημένη και απελευθερωμένη γη των αιώνιων συμβόλων. Είδε λοιπόν τα έργα μου. Είδε ακόμη ότι μ’ αγαπούσε ο κύρης μου και κατάλαβε πως ήμουνα ταγμένη στη ζωγραφική, γιατί αυτή η επιλογή έχει ανάγκη την αγάπη ενός άνδρα. Είπε μετά πως ήταν καλή η ζωγραφική μου: ερειπιώνες, όμορφα τοπία, αρχαιότητες, Έλληνες οπλισμένοι με ασημένια λάφυρα, με χρυσά γιλέκα και με φέσια βαθυκόκκινα. Όλα ωραία και εξωτικά, πρόσθεσε, ενώ μέσα του θα σκεφτόταν πως έτσι πρέπει να είναι ο κόσμος από την πλευρά της μάνας του. Ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες θα μπορούσε να είχε σταθεί κι εκείνη, αν γεννιόταν στη σημερινή Ελλάδα. Άνεμος και ζωγράφος ήταν, γι’ αυτό μπορούσε να γλιστρά δεκαετίες, αιώνες πίσω απ’ της μάνας του το σώμα. Και να το ξαναφέρνει εμπρός του, έχοντας αντικρίσει ακριβώς εκείνο που ήθελε να δει.

Είπα στη Λασκαρίνα ν’ αφήσει κοντά στο τζάκι το δεμάτι με τα ξύλα και να μου κάνει ένα ζεστό, πριν πάω να κοιμηθώ. Ας κάνει ένα και για πάρτη της. Έφυγε τραβώντας το ποδάρι. Γριά και κουτσή, μα Λασκαρίνα το όνομά της. Λέω καμιά φορά μην είναι η ίδια η Κυρά. Έτσι που γύρισαν ανάποδα τα πράγματα, λέω μήπως κατέβηκε από τις ζωγραφιές της για να μου κάνει συντροφιά και να γερνά μαζί μου. μες στην ασάφεια του δικού της και δικού μου χρόνου. Μήπως κατέβηκε να με υπηρετεί, εμένα την ασήμαντη μπροστά της, με τη μεγαθυμία των παλιών ηρώων. Διότι πάντοτε κάναμε καλή παρέα, εκείνη και όλες οι Ελένες που υπήρξα εγώ.
Είπε ακόμη ο άνεμός μου ότι αρκετά καλά απέδωσα το σώμα των μαρμάρινων ανθρώπων, το τυλιγμένο σε πτυχώσεις ιματίων και χιτώνων. Σούρες και ζακετάκια και αφέλεια – του εξήγησα ότι ο δάσκαλός μου Τσέκολι είχε αρχίσει να σπουδάζει την ιατρική, πριν αφοσιωθεί στην τέχνη των εικόνων, κι έτσι γνώριζε την ανατομία καλά. Ένα χαμόγελο ζυγίστηκε στα χείλη του Σαβέριο, φως από δυο ανοιχτά φτερά σε νήνεμη ώρα. Συνέχισε λέγοντάς μου πως κι αυτόν η ίδια ανεμική τον σήκωσε από το ανατομικό τραπέζι και τον έστησε μπροστά στο καβαλέτο. Γιατρό τον προόριζαν οι δικοί του, στέλνοντάς τον πριν από χρόνια στην πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Νάπολη. Να μη φοβάμαι, με συμβούλεψε, όταν πρωτόφθασε κι αυτός στη Νάπολη, θαμπώθηκε από το κάλλος της παράκτιας πόλης. Άρχισε τότε να μου εξιστορεί ότι κάπως άργησε να εθιστεί στην ομορφιά της πόλης και στην καινούργια του ζωή. Ότι του έλειπε η μητέρα του τον πρώτο καιρό που έμεινε μαζί με έναν ιερωμένο, γνώριμο της οικογένειάς του. Ότι παρασυρμένος από τα σύγχρονά του γαλλικά μυθιστορήματα, άρχισε να τριγυρνά και ν’ αναζητεί γοτθικά στοιχεία στις εκκλησίες της Νάπολης, και βαθύτερα ένα άλλο νόημα στη ζωή. Χάρηκε, μπορώ να πω ότι ξαφνιάστηκε, σαν έμαθε ότι κι εγώ, από τα βάθη της Ανατολής μου, γνώριζα τη γαλλική, την ιταλική και την αγγλική λογοτεχνία. Κάτι ψιθύρισε για τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων, ή μήπως είπε Ελληνίδων, μα εγώ, ασυνήθιστη ακόμα στην καινούργια γλώσσα, δεν το διέκρινα. Οι ομιλίες των άλλων ζωγράφων, καθώς πλησίαζαν, σκέπασαν τα λόγια που και ο άνεμος ίσως δεν ήθελε να αντιληφθώ. Κι ενώ απορούσα για ποιόν λόγο μου εκμυστηρευόταν όλα τούτα ένας άγνωστος και ξένος, αυτός συνέχιζε να λέει ότι διάβαζε μ’ ευχαρίστηση τα θεωρητικά ιατρικά μαθήματα, αλλά τον εβασάνιζε το ανατομείο, ώσπου μια μέρα μπήκε στο Ινστιτούτο των Καλών Τεχνών. Αυτό ήταν. Από τότε άρχισε να ζωγραφίζει ασταμάτητα, συνδέθηκε με νεαρούς ζωγράφους, ιδιαίτερα με τον Ντομένικο Μορρέλι, με τον οποίον είχαν πάρει πρόσφατα και μια υποτροφία για ένα εργαστήριο της Ρώμης.

Τον άκουγα δίχως να τον προσέχω πια. Αμφέβαλα αν στεκότανε μπροστά μου άνθρωπος με θέρμη και ψυχή ή ένα από τα ελληνικά μου αγάλματα έλαβε ξαφνικά ζωή. Δένοντας τις ζωγραφιές μου στον μεγάλο χαρτοφύλακα, φρόντισα να αγγίξω την άκρη της μακριάς του άσπρης πουκαμίσας, που φορούν όταν δουλεύουν οι ζωγράφοι. Το ύφασμά της ήταν υπαρκτό, μπαμπακερό, άρα κι αυτός ο ωραίος άνδρας ζούσε. Του ζήτησα συγγνώμη, ενώ χαμογελώντας μου ξανά ο Σαβέριο με αποχαιρετούσε.

Αν είχα κρατήσει την επιστολή του Τσέκολι, θα μπορούσα εκ των υστέρων να αποδείξω το πίσω από τις καλλιγραφημένες αράδες κρυφό μήνυμα, που ο δάσκαλος έστελνε στον παραλήπτη της: Να επιστρέψει με το πρώτο πλοίο η κομίστρια. Δεν πείραζε αν στο μεταξύ την είχε καταλάβει έρωτας, αφού το αίσθημα είναι η περιουσία του καλλιτέχνη. Όμως να επιστρέψει αμέσως, προτού θυσιάσει τα μακριά μαλλιά, προτού φορέσει παντελόνια, προτού μπει να μάθει τη ζωγραφική ως σπουδαστής στο μοναστήρι των Ναζαρηνών στη Ρώμη. Πιστεύω ότι ο Σαβέριο μπόρεσε να διαβάσει πίσω από τις λέξεις το κρυφό μήνυμα του συμπατριώτη του πρώην γιατρού και μετέπειτα ζωγράφου, αφού εκείνος ήτανε ο παραλήπτης. Τίποτα όμως δεν μου είπε από τούτα. Από τη μεριά μου πάλι δεν κατάλαβα, απονήρευτη όπως στάθηκα μπροστά του, τι έκρυβαν τα πολλά χαμόγελά του. Έτσι κι αλλιώς θα τον κολάκευε η προοπτική ότι, βαδίζοντας κατά τη μεριά της Ρώμης, μια Ελένη, μια γνήσια Ελληνίδα θα είχε αφοσιωθεί στη σκέψη του, μολονότι κωμική μέσα στα ανδρίκεια ρούχα.

Έτσι ταράχθηκα από μιαν άγνωστη γυναίκα, που κατέφθασε μια μέρα από τη Αθήνα στο νησί ζητώντας να συναντήσει τη ζωγράφο Ελένη Αλταμούρα… Αναρωτιόμουν ποιαν από όλες τις Ελένες που υπήρξα εννοούσε ακριβώς, και τι άραγε θα της ζητούσε… Εγώ της απάντησα μόνο σε ό,τι αφορούσε τη ζωγράφο Ελένη, εκείνη που επέμενε πως ήρθε για να συναντήσει, λες και επρόκειτο για κάτι τόσο απλό… Ναι, ήταν αλήθεια ότι ντύθηκα άνδρας για να αποκτήσω ένα πτυχίο, μα και για να μελετήσω με γυμνό μοντέλο. Υπήρξε άλλωστε μια φωτογραφία μου ως μιας Ελένης άντρα και ζωγράφου. Δεν είχα άλλο τρόπο να παραβιάσω το απαγορευμένο. Παλιότερα καμάρωνα πιο πολύ γι’ αυτό. Ακόμη, ότι κρατούσα φυλαχτό κάτω απ’ τα ανδρικά μου ρούχα του πατέρα μου τα λόγια, ωσότου τα απορρόφησε το δέρμα μου και πια δεν ήξερα αν ήταν ευχή ή κατάρα το να μην ξεχνώ πως είμαι Ελληνίδα. Ήμουν η πρώτη γυναίκα στο νεαρό ελληνικό κράτος που είχε σπουδάσει και μετά ασκήσει τη ζωγραφική… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΕΛΕΝΗ ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ, Εκδόσεις Άγρα)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …