Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΔΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;):

Πώς ξάφνου μίκρυνες έτσι, Ιωάννη, και μου έγινες δέκα χρονών αγόρι; Φοβάσαι ακόμη τούτον εδώ τον άγριο άνεμο; Σκέψου ότι, σαν μεγαλώσεις, θα τον βάλεις πίσω από τις ωραίες σου ζωγραφιές να φυσά και να φουσκώνει κύματα βουνά, να μαστιγώνει άλογα συννέφων.  Μπλάβη η φουρτούνα κάτω, κι από πάνω καθρέφτης ο ουράνιος θυμός. Άσπρο κουρέλι ένα πανί, το καραβάκι επιστρέφει στο λιμάνι. Ο παππούς σου, ο Γιάννης Μπούμπουρας στέκεται στο τιμόνι. Το καραβάκι θα σωθεί. Μα ποτέ δεν θέλησε ο καπετάνιος να εικονιστεί η μορφή του σε καράβι, αφού δια βίου κράτησε το δέος ενός αγράμματου ανθρώπου μπροστά στη σπουδαγμένη τέχνη της ζωγραφικής. Μάνα κι αγαπημένος γιος, ωστόσο, γνωρίζουμε τα πνεύματα που ενοικούν στους πίνακές μας. Αόρατος ο Γιάννης Μπούκουρας σώζει τα ζωγραφιστά σου πλοία από τη συντριβή. Και κάπου-κάπου, όταν στρώνει ο καιρός, ο Γιάννης Μπούκουρας βγαίνει από τα πλοία κι έρχεται δίπλα στο χεράκι σου, Ιωάννη, που συνέχεια ζωγραφίζει. Τότε ο παππούς σου εξηγεί και σ’ ερμηνεύει πώς έπεφτε άλλοτε το φως πάνω σ’ αυτή τη θάλασσα, πώς να ζωγραφίσεις τις ναυμαχίες όπου έλαβε κι εκείνος μέρος, πώς ήτανε του Γιβραλτάρ οι βράχοι κλείνοντας τη μια θάλασσα κι ανοίγοντας την άλλη, πώς έσμιγε ομορφιά και θάνατος σε κάθε γάμο της θαλάσσης με τους ναύτες της. Σου λέει ακόμη πως της θάλασσας το σώμα έχει το δικό του μετρημένο χρόνο και την αμέτρητη δική του αθανασία. Πνίγει τον αγαπητικό, ναύτη ή ζωγράφο, που δεν το εννοεί. Αυτά τα δυο ανέκαθεν της θάλασσας, αθανασία και μετρημένος χρόνος, έπρεπε να μπουν στις ζωγραφιές σου, όχι μονάχα όπως τα έζησε εκείνος, μα και όπως τα είχε παραλάβει από τους γεροντότερους. Αλλιώς οι ζωγραφιές σου δεν θα γίνονταν καλές (κι άλλα αποσπάσματα από το Η κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη Ελένη ή ο Κανένας, εκδόσεις Άγρα 1998 και Καστανιώτη 2004 – ART by vladimir kush paintings)



ΤΟΤΕ ΦΥΣΗΞΕ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟΥ, ΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΥΛΙΞΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΥ (αποσπάσματα από το Η κεφάλαιο του μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη Ελένη ή ο Κανένας)
Παιδιά ακούσαμε τα ίδια παραμύθια από τον καπετάνιο, γιε μου, παρόλο που κυλίσανε δεκαετίες από όταν τα ’λεγε σε μένα και μετά σε σένα. Τούτο δεν στάθηκε αρκετό να διώξει το κακό από το διάβα και των δυο μας. Άραγες να φταίει που εγώ ποτές μου δεν υπήρξα παλικάρι αληθινό; Αλλά και μήπως ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών; Πάντως θυμάμαι, απορροφημένη κάποτε από την εικόνα σου καθώς στεκόσουν και ζωγράφιζες θάλασσες και πλοία –τότε, όμως, θα ήσουν μεγάλος πια και θα είχες επιστρέψει σ’ αυτό το μικρό νησί από τις σπουδές σου στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Κοπεγχάγης – σκέφτηκα μήπως ο γιος μου, εσύ, ήσουνα το ακέραιο σύμπαν της λειψής εκείνης μίμησης, που είχα αποτολμήσει όντας νεαρή. Σε ζήλεψα. Και δεν το λέω μόνον επειδή εγώ, όποια και να φορούσα ρούχα, ίσως ποτέ δεν είχα το ταλέντο και την ομορφιά σου, όσο γιατί άθελά σου, με την πληρότητα που απέπνεες, μου έδειξες ένα δύσκολο κομμάτι της ζωής μου μισό, ιερόσυλο, αν όχι και γελοίο. Την ίδια ώρα όμως σε καμάρωνα, σαν από μόνη μου να σ’ είχα γεννήσει, αφού είχα ζήσει και ως γυναίκα και ως άνδρας. Αντιστεκόμουν, φαίνεται, με αυτό το σόφισμα στην ιδέα του ανέμου που με τυραννούσε.

Μα και τι γνώριζαν οι παιδικές σου ζωγραφιές απ’ του Σαβέριο τον άνεμο; Τίποτε. Αφού ούτε κι εσύ, ο γιος του δεν τον γνώριζες, δεν τον θυμόσουν καν. Κι ίσως γι’ αυτό φοβόσουν ως παιδί πολύ τους άγριους ανέμους.
Ο φόβος του παιδιού είναι κλειδί για παραμύθι. Εκείνο που σου άρεσε θα ξαναπώ απόψε, για να σε παρηγορήσω. Για μια κοπέλα –Ελληνίδα ήταν- όπου ντύθηκε σαν παλικάρι για να περιπλανηθεί στον κίνδυνο και να γνωρίσει την αλήθεια. Το πρώτο αληθινό ήταν που έμαθε καλά μια τέχνη. Το δεύτερο ήταν που αγάπησε έναν άνδρα, έναν ζωγράφο, αλλά δεν κάτεχε ούτε πώς να του το πει ούτε πώς να τον κάνει να την αγαπήσει. Φρόντισε λοιπόν και γίναν φίλοι, αυτή πάντοτε ντυμένη σαν παλικαράκι. Μαζί τριγύρναγαν σε λόφους στρογγυλούς με ελιές και κυπαρίσσια στην Τοσκάνη, μαζί μπαίναν στις εκκλησιές της Ιταλίας για να προσκυνήσουν και να σχεδιάσουν τους αγίους, μαζί ζωγράφιζαν τα ίδια γυμνά μοντέλα στο εργαστήριο του ζωγράφου, μαζί ξεκίναγαν από νωρίς τις συζητήσεις με άλλους καλλιτέχνες σε ωραία καφενεία για να τις τελειώσουν κάτω απ’ το φεγγάρι στα παλιά γεφύρια του Άρνου, μαζί διαβάζανε μυθιστορήματα και στίχους και καθημερινές εφημερίδες. Ώσπου μια μέρα έγινε γιορτή μεγάλη. Πήγανε στη γιορτή οι δυο τους, πήγανε και πολλοί άλλοι για την αγάπη Ελλάδας κι Ιταλίας, γιατί είχανε κοινά σημεία οι δυο χώρες τότε. Φάγανε, ήπιανε κι ήρθε η ώρα για να τραγουδήσουν. Μια άγνωστη κοπέλα σηκώθηκε και είπε ένα ελληνικό τραγούδι. Τότε η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, έχασε τα λογικά της, γιατί αυτό ακριβώς ήταν το αγαπημένο της τραγούδι, και για χρόνια δεν το είχε ακούσει. Έλεγε εκείνο το τραγούδι «Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη, εκρυβόταν για μας λευτεριά. Ήρθε η μέρα, πετιέται, ανάφτει, εξανοίχτη σε κάθε μεριά». Ο κόσμος γύρισε τ’ επάνω κάτω, καθώς η Ελληνίδα η ντυμένη παλικάρι, σπάραζε για τη μακρινή πατρίδα της. Και για όσα, βάζοντας τα αντρίκεια ρούχα, είχε από την καρδιά της ξεριζώσει., για να πετύχει το σκοπό της, να βρει την αλήθεια. Όρμησε, αγκάλιασε και φίλησε την άγνωστη κοπέλα, που είχε τραγουδήσει το αγαπημένο της τραγούδι.

Κόντεψε τότε να γενεί καβγάς. Πώς ένας ξένος άντρας τόλμησε, λέγανε στην παρέα της άλλης κοπέλας, πώς έλαβε δικαίωμα να φιλήσει την άγνωστή του κόρη; Χρηστήκανε στα δυο τα έθνη και οι φίλοι, δώθε Ρωμιοί, κείθε Ιταλιάνοι. Και η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, κατάλαβε πως τώρα είχε φτάσει πια η ώρα της τρίτης αλήθειας, εκείνης που στα παραμύθια είναι πάντα η αποφασιστική. Αυτή ορίζει πλέον, είτε χτίζοντας το βίο είτε ρίχνοντάς τον. Καμιά φορά ορίζει να συμπορεύονται σ’ άγνωστο δρόμο και τα δυο μαζί, γιατί –μπορεί να είσαι μικρός, μάθε το όμως από τώρα Ιωάννη – τίποτα στη ζωή δεν είναι πάντα μόνο ένα. Ως και σ’ αυτό το κεφάλι που χαϊδεύω, το χέρι μου αγγίζει του Σαβέριο το χέρι, κι ας μην τον έχω ξαναδεί για τόσα χρόνια.

Η τρίτη, η αποφασιστική αλήθεια ήταν του ανέμου. Η Ελληνίδα, η ντυμένη παλικάρι, ανέβηκε σε μια καρέκλα –στην αρχή φοβήθηκε, πρέπει να σου πω – και ζήτησε να γίνει ησυχία. Σοβαρή, συγκινημένη είπε δυνατά για να την ακούσουν όλοι οι άνθρωποι της γης, ως και οι κάτω από τη γη ακόμη, ότι ο άνδρας που έβλεπαν μπροστά τους, που μερικοί τον γνώριζαν από καιρό, δεν ήταν άνδρας μα γυναίκα. Ότι βρέθηκε αναγκασμένη να ντυθεί με τέτοια ρούχα για να μπορεί να τριγυρίσει και να αναζητήσει την αλήθεια. Είχε πιστέψει σ’ άλλα παραμύθια, που έλεγαν πως όταν ένα παλικάρι βγει σ’ αυτό το φιλοκίνδυνο ταξίδι, στο τέλος βρίσκει την αλήθεια: παντρεύεται με την καλή του, γίνεται βασιλιάς, κάνει παιδιά και ζει ευτυχισμένο. Ήτανε όμως απαγορευμένο στις γυναίκες να βγουν σ’ αυτή την περιπλάνηση. Ποιος ξέρει αν, με το αλλιώτικο μυαλό τους, δεν ανακάλυπταν στο τέλος πως η ποθητή αλήθεια δεν έχει μόνο μία όψη μα πολλές; Μαγεία, αμαρτία, τρέλα, ανατροπή αντί του γάμου, της εξουσίας, της συνέχειας, της ευτυχίας – ιδού το αποτέλεσμα, που θα μπορούσε να ’χει η περιπλάνηση γυναίκας. Η Ελληνίδα όμως εκείνη, σαν Αρβανίτισσα ήταν πεισματάρα, είχε τον τρόπο και πολλά πνευματικά εφόδια, ντύθηκε άνδρας και ξεκίνησε να μάθει. Είπε τελειώνοντας την αποκάλυψή της ότι ακόμη μάθαινε, αφού το ταξίδι της δεν είχε ακόμη τελειώσει. Μπορεί να τέλειωνε σε τούτο το σημείο. Και τώρα, που όλοι γνώριζαν, μπορούσαν να την τιμωρήσουν ή να την αγαπήσουν.
Ελένη ήταν το όνομά της.

Αμέσως την αγάπησε ο ζωγράφος, που κι εκείνη αγαπούσε. Η αγάπη του στάθηκε μαζί και τιμωρία, όπως είναι καμιά φορά η αγάπη των ανδρών. Αυτό δεν εφαινόταν από την αρχή, όταν ο άνεμός του την εσήκωσε σε δυνατή και τρυφερή αγκάλη, και την ταξίδεψε για λίγο στους εφτά ουρανούς. Εκεί γεννήθηκαν και οι δυο μου άγγελοι – εσύ, Ιωάννη, που αποκοιμήθηκες πάνω στο παραμύθι και η αδελφή σου η Σοφία. Κι έπειτα ο τρίτος, ο Αλέξανδρος, που κάπου σε μια ξένη γη θα ζει ακόμη. Αν ζει, γιατί έχει χρόνια να μου στείλει γράμμα.
Χτύπησε πάλι πάνω το παντζούρι – ίσως λάβω γράμμα. Είναι αργά. Πάρε, πατέρα, εσύ στην αγκαλιά σου τον κοιμισμένο Ιωάννη, για να τοβ βάλεις να πλαγιάσει. Έτσι έκανες κάθε βράδυ και στο σπίτι μας στην Πλάκα, όταν μεγάλωναν εκεί ο Ιωάννης και η Σοφία. Σε βλέπω, εσύ θέλεις να πιστεύεις πιο πολύ και από μικρό παιδί στα παραμύθια μου. Τα διηγιέμαι και για σένα, για να γαλουχήσω τα γεράματά σου. Μα και για μένα. Ας επιτρέπουμε σε τέτοια παραμύθια να μας παρηγορούνε και να μας διαπλάθουν.
Αύριο, μην ξεχάσεις, στερέωσε, αν μπορείς, εκείνο το παντζούρι. Ρήμαξε αυτό το σπίτι, που έχτισες σαν αποθήκη κι όπου χρόνια και χρόνια ζω κλεισμένη. Η Λασκαρίνα δεν τα καταφέρνει πια.
Αύριο, μόλις ξημερώσει ένα άλλο χθες.

ΕΛΕΝΗ ή ο ΚΑΝΕΝΑΣ: «τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνο τον καιρό»
 «Εκείνο το ανόητο κορίτσι, που ντύθηκε άνδρας για να πάει στην Ιταλία να παντρευτεί. Πιο μακριά από τα γεράματα δεν θα μπορούσε να βρεθεί. Από το ατελείωτο παρόν τους, που άλλο δεν κάνει από το ανασυντάσσει όλες τις γυναίκες κι όλους τους άνδρες μιας ζωής, ό,τι υπήρξε και ό,τι δίπλα του έμοιαζε να υπάρχει, για να τραβήξει στο άδηλο τότε μέλλον του. Ένα κορίτσι που έπαιζε τον άνδρα, αλλά μόλις ντύθηκε στα φράγκικα έκοψε το χέρι, καθώς μάζευε τα κομματάκια του καθρέπτη από το χώμα. Γρουσουζιά και αίμα. Γιατί αμέσως δεν σταμάτησα; Γιατί δεν ξαναφόρεσα τα μακριά φορέματα για να ξαναγυρίσω στ’ αρβανίτικα και στα ελληνικά μου; Κι ας έδεσε το χέρι μου με καθαρό μαντίλι, ας με παρηγορούσε αυτός που με συνόδευε –ευχαριστώ πατέρα. Καλωσόρισες κι απόψε, ντυμένος στα νησιώτικά σου όπως τότε, που με συνόδευες για να με παραδώσεις νύφη σε άλλον άνδρα. Τέτοιο κορίτσι σαν αγόρι μοιάζει παραμύθι, για τούτο λέω πως αδειανή περπάτησα εκείνον τον καιρό. Κυριολεκτικά ένας Κανένας.… Αλλά μήπως και ξέρω πόση είναι η αλήθεια, που κάθε φορά φουσκώνει το προζύμι των παραμυθιών;»
 Στα νιάτα της η Σπετσιώτισσα Eλένη Mπούκουρα ντύθηκε άντρας για να μπορέσει να σπουδάσει ζωγραφική στην Iταλία, παντρεύτηκε τον ζωγράφο Σαβέριο Aλταμούρα, γέννησε τα παιδιά της (ανάμεσά τους και τον θαλασσογράφο Iωάννη Aλταμούρα), επέστρεψε εγκαταλειμμένη από τον άντρα της στην Aθήνα και εργάστηκε ως ζωγράφος. Στα γεράματά της έζησε δυο δεκαετίες μόνη και έγκλειστη στο παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, παροπλισμένη πια ζωγράφος και χαροκαμένη μάνα, τριγυρισμένη από ψιθύρους για άσκηση μαγείας και για τρέλα. Δραματική, προκλητική, με πολλές ανατροπές και αντιφάσεις κύλησε η ζωή της πρώτης Eλληνίδας ζωγράφου, για την οποία δεν διαθέτουμε ακόμη όλα τα κλειδιά. Το μυθιστόρημα Eλένη ή ο Kανένας προσπάθησε να προσεγγίσει τον βίο και τον μύθο αυτής της υπαρκτής, της πάντα επίκαιρης Eλένης, με τα δικά του αντικλείδια (αποσπάσματα από το ΣΤ κεφάλαιο του μυθιστορήματος Ελένη ή ο Κανένας της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα με ΚΛΙΚ):

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …