Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ και άλλων ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ: (κείμενο με πληροφορίες και ιστορικά δεδομένα για μια στοιχειώδη ενημέρωση)

Τι ξέρουμε, πραγματικά για το λεγόμενο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ  ζήτημα  ώστε να έχουμε άποψη που να στηρίζεται σε γεγονότα και όχι σε ιδεοληψίες και (επομένως) να είναι οι όποιες προτάσεις όχι «ξύλινα συνθήματα» προς επίδειξη «αυθεντικού πατριωτισμού» (ποιος τον έχει μεγαλύτερο…) Η Έλενα Χουζούρη, καταγόμενη από το Μελένικο έχει περισσότερα να πει για την ιστορία του μακεδονικού και πώς φτάσαμε εδώ- πέρα από ιδεολογήματα και κλισέ. Μια προσωπική κατάθεση που αξίζει να διαβαστεί πριν «χρίσουμε» εαυτούς ειδήμονες.   Επιπλέον μια βιβλιογραφία χρήσιμη για όποιον θα ήθελε να μάθει περισσότερα για  να κάνει προτάσεις  όχι με κραυγές και αφορισμούς αλλά στη βάση αντικειμενικών δεδομένων και συμβατών με το γενικότερο σημερινό ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο. Αν, βέβαια, μας ενδιαφέρει η ουσία του ζητήματος και μας αφήνουν παντελώς αδιάφορους επικοινωνιακά τεχνάσματα που υπαγορεύονται από μικρο-κομματικές ισορροπίες ή πελατειακές στοχεύσεις εκλογικού προσανατολισμού. Δεν χρειάζεται να περάσουμε κι άλλη κρίση κι άλλο διχασμό για να καταλάβουμε, επιτέλους, ότι με πλαστικές σημαίες και συνθήματα από νάυλον δεν χαράζονται υπεύθυνες πολιτικές και ότι ο τυφλός φανατισμός και  η στείρα αντιπαράθεση  με έωλα και παρωχημένα στερεότυπα δεν είχαν ποτέ φως στο βάθος του τούνελ  [στο 2ο μέρος απόσπασμα από το βιβλίο του Φίλιππου Ηλιού ΨΗΦΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ του 20ου ΑΙΩΝΑ και αποσπάσματα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη Οι Λαοί των Βαλκανίων - κατακλείδα  το απόσπασμα από την Ζώη εν Τάφω για να θυμηθούμε πώς περιέγραφε αυτούς τους ενοχλητικούς «άλλους» των Βαλκανίων ο Στρατής Μυριβήλης – υστερόγραφο και επιμύθιο Ένα Παραμύθι για τη Μακεδονία από τον Τάκη Θεοδωρόπουλο όπως δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή]   

  


Α. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ
Είμαι γηγενής – και όχι εξ αγχιστείας, εννοώ εκ Πόντου, Μικρασίας, Καυκάσου, Καρς και Ανατολίας γενικώς-Ελληνομακεδόνισσα. Ο ένας παππούς μου ήταν Μακεδονομάχος [βλέπε «Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι» και Αθηνάς Κακούρη «Θέκλη» όπου ο Δημητράκης Χουζούρης κάνει περατζάδες]. Ο έτερος, εκ Μελενίκου, παλαιάς βυζαντινής ακριτικής κωμόπολης, με πλειοψηφούν ελληνικό στοιχείο και εξαιρετικό κρασί στην Μακεδονία του Πιρίν, του οποίου ο ελληνικός πληθυσμός μετά την επιδίκαση της πόλης στη Βουλγαρία, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου 1913, αφού έσπασε τα πήλινα δοχεία με τα κρασιά να ρέουν στους δρόμους, κατέβηκε σούμπιτος λίγα χιλιόμετρα παρακάτω [18 για την ακρίβεια] πέρασε τα άρτι διαμορφωμένα ελληνικά σύνορα και εγκαταστάθηκε στο Σιδηρόκαστρο [Ντεμίρ Χισάρ] και στις Σέρρες. Η μία γιαγιά ήταν κόρη μεγαλοτσιφλικά των Πιερίων -μιλάμε για 19ο– αιώνα και η έτερη εκ της Άνω Τζουμαγιάς, μετά τους Βαλκανικούς γνωστό ως Μπλαγκόεβγραντ, επίσης Μακεδονία του Πιρίν, ελληνόφωνη ερχόμενη και αυτή με τους δικούς της στο Σιδηρόκαστρο, μετά το 1913. Οι γονείς μου γεννήθηκαν, ο ένας στον Κολινδρό Πιεριας, η άλλη στο Σιδηρόκαστρο. Το ειδύλλιο προέκυψε στη Θεσσαλονίκη και ως εκ τούτου η αφεντιά μου. Τα γράφω όλα αυτά για να δηλώσω ευθαρσώς και μετά από τα πολλά σχετικά μου διαβάσματα -ξεστραβώματα τα τελευταία είκοσι και πλέον έτη, ότι δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα να μοιραστώ την περιλάλητη μακεδονικότητα μου με την μακεδονικότητα του Ζάεφ και του Ντιμιτρόφ. Με τη διαφορά ότι η δική μου είναι ελληνομακεδονικότητα και η δική τους σλαβομακεδονικότητα. Το όλο ζήτημα μοιάζει όταν δύο άνθρωποι έχουν κοινό όνομα και επίθετο. Τι κάνουν για να μη τους ταυτίζουν; Προσθέτουν το αρχικό του πατρώνυμου τους, δηλαδή δηλώνουν την διαφορετική καταγωγή τους και όλα καλά. 

Το ίδιο συμβαίνει και με τους Έλληνες μακεδόνες και τους Σλάβους μακεδόνες. Και οι δύο κατοικούν την ευρύτερη περιοχή που από την βυζαντινή αυτοκρατορία και εντεύθεν ονομάζεται Μακεδονία με κάποιες σχετικές διαφοροποιήσεις ανά τους αιώνες. Οι Σλάβοι της περιοχής βρίσκονται εκεί από τις αρχές του 7ου αιώνα. Σλαβικά φύλα έφτασαν έως την Πελοπόννησο όπου έως πριν χρόνια συναντούσες σλαβικά τοπωνύμια, π.χ. Δημητσάνα και άλλα που αργότερα ελληνοποιήθηκαν. Εκεί όμως τα φύλλα αυτά αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό, επάνω όχι. Τον 10ο και 11ο αιώνα έχουμε το βουλγαρικό κράτος του Σαμουήλ που φτάνει έως τον Πηνειό και τον 13ο το σερβικό κράτος του Στέφανου Δουσάν στα ίδια όρια. Αντιλαμβάνεστε την… σαλάτα που δημιουργείται; Και φτάνει ο επίμαχος 19ος αιώνας και εκεί που σύμπαντες, Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι ζουν μια χαρά. Όπου Χριστιανοί= Σλαβόφωνοι και Ελληνόφωνοι αντάμα, με κύριο σύνδεσμό τους το Πατριαρχείο της Κων/πολης, αρχίζουν οι εθνικοαπλευθερωτικοί πόλεμοι, εναντίον της Οθωμανικής Αυτορκατορίας που παραπαίει, με σκοπό τη δημιουργία των εθνικών κρατών σύμφωνα με το ιδεολόγημα περί έθνους του Διαφωτισμού. Ξεκινούν οι Έλληνες και τα καταφέρνουν. Παίρνουν σειρά οι Σέρβοι και την πατάνε. Θα τα καταφέρουν αργότερα. Ακολουθούν οι Βούλγαροι και εκεί αρχίζουν τα όργανα. Διότι σου λέει δεν γίνεται να έχουμε μόνον εθνικό κράτος πρέπει να έχουμε και ανεξάρτητη εκκλησία από το ελληνοόρθοδοξο Πατριαρχείο. Θα το ονομάσουμε Εξαρχία. Όποιος θέλει την Εξαρχία είναι Βούλγαρος όποιος δεν τη θέλει και μένει στο Πατριαρχείο μαύρο φίδι τον έφαγε. Στο μεταξύ οι Βούλγαροι με τη βοήθεια της Ρωσίας καταφέρνουν και τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις να υπογραφεί η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878 όπου τους δίνεται ολόκληρη η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας έως και την Θεσσαλονίκη… Γίνεται ένας χαμός και όχι μόνον από την πλευρά των Ελλήνων και σ’ ένα μήνα υπογράφεται νέα Συνθήκη με την οποία μαζεύεται η Βουλγαρία στα τωρινά της σύνορα συν την Ανατολική Ρωμυλία. Στο μεταξύ όλο αυτό το κονφούζιο μεταφέρεται και στους σλαβόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας οι οποίοι αγρότες και φτωχοί οι περισσότεροι, δεν έχουν ασχοληθεί με το αν θα είναι Βούλγαροι, Εξαρχικοί και δεν συμμαζεύεται. Εκείνοι ήξεραν το Πατριαρχείο και τον τόπο τους. Που ήταν η Μακεδονία. Ούτε είχαν σκεφτεί να κάνουν δικό τους εθνικό κράτος ή να τα βάλουν με τους Οθωμανούς. Ώσπου ξεφυτρώνουν οι ντόπιοι οπλαρχηγοί, Σαντάσκι, Γκόλτσεφ, Σαράφοφ και άλλοι και φτιάχνουν τις λεγόμενες Εσωτερικές Επαναστατικές Μακεδονικές Επιτροπές που πολύ σύντομα διαβρώνονται από τους Βούλγαρους και από Εσωτερικές μετατρέπονται σε Βουλγαρικές. Κι αρχίζουν τα γιουρούσια. Οι κακόμοιροι οι ντόπιοι σλαβόφωνοι και Ελληνόφωνοι δεν ξέρουν πού να σταθούν.

Οι σλαβόφωνοι που μένουν πιστοί στο Πατριαρχείο αποκαλούνται Γρεκομάνοι – κάτι σαν Έλληνες δηλαδή- και διώκονται. Τότε μπαίνουν στη μέση και οι Έλληνες με Παύλο Μελά και λοιπά. Δηλαδή αυτό που ονομάζεται Μακεδονικός Αγώνας. Να σημειώσω ότι ένας σπουδαίος μακεδονομάχος οπλαρχηγός, ο Καπετάν Κότας ήταν σλαβόφωνος. Και φτάνουμε αισίως στον 20ό αιώνα. Αρχίζουν τα σοσιαλιστικά κινήματα, δημιουργούνται τα πρώτα κομμουνιστικά κόμματα και στα Βαλκάνια, έρχεται το 1917 και η Οκτωβριανή Επανάσταση, γίνονται οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι και η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας περνά σε Έλληνες το μεγαλύτερο κομμάτι που σχεδόν ταυτίζεται με την Αρχαία Μακεδονία, το δεύτερο στη Σερβία που αντιστοιχεί σήμερα στη π.ΓΔΜ, το τρίτο στη Βουλγαρία-Μακεδονία του Πιρίν- και ένα μικρούλι έχει και η …Αλβανία. Οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί μοιράζονται. Κι όσοι νοιώθουν Βούλγαροι πάει καλά. Όσοι όμως δεν νοιώθουν ή δεν έχουν ακόμα διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εθνική συνείδηση και απομονωμένοι στα ορεινά μακεδονίτικα χωριά τους με τις πατριαρχικές τους οικογένειες και τα κλειστά τους σόγια, και το μόνο που τους συνδέει είναι η γη τους, το χωριό τους, που βρίσκεται στη Μακεδονία, τι γίνεται; Όλους αυτούς που άμα τους ρωτήσεις θα σου πουν ότι είναι «μακεντόντσκι». Ε, λοιπόν έχω καταλήξει ότι αυτοί οι ορεινοί, απομονωμένοι μακεδονίτικοι σλαβικοί πληθυσμοί έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται το κλωτσοσκούφι διαφόρων ιδεολογιών, δεξιών και αριστερών, πλήρωσαν τους τυχοδιωκτισμούς και τις φιλοδοξίες και των λεγόμενων αυτονομιστών και των Βουλγάρων εθνικοκομμουνιστών [ιδέα τους ήταν να κατεβάσει η Κομιντέρν στο νεοσύστατο ελληνικό κομμουνστικό κόμμα την γραμμή για «Ενιαία Ανεξάρτητη Μακεδονία», στο πλαίσιο μιας Βαλκανικής Κομμουνστικής Ομοσπονδίας» με τους Βούλγαρους «συντρόφους» να έχουν άλλες βλέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού τους].

Το αποτέλεσμα ήταν να ξεκινήσουν διώξεις από τις ελληνικές κυβερνήσεις διώξεις και των Ελλήνων κομμουνιστών και των σλαβόφωνων πληθυσμών της ελληνικής Μακεδονίας, οι οποίοι πλειοψηφούσαν στη Δυτική Μακεδονία ακόμα και μετά την εγκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων μετά το 1923. Οι διώξεις κορυφώνονται κατά τη δικτατορία του Μεταξά. Στο μεταξύ δημιουργείται στα Βαλκάνια η Γιουγκοσλαβία , η οποία εμπεριέχει και την σημερινή π.Γ.Δ.Μ. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και στην Ελλάδα δημιουργείται ένα μεγάλο αντιστασιακό κίνημα και στη Γιουγκοσλαβία με επικεφαλής τον Τίτο και το γιουγκοσλαβικό κομμουνιστικό κόμμα. Μέσα στην αναμπουμπούλα σλαβόφωνοι αυτονομιστές από την ελληνική Μακεδονία αρχίζουν να επηρεάζουν τον εκεί κόσμο που έχει καεί η γούνα του από τις ελληνικές διώξεις. Ο ΕΛΑΣ κάνει το λάθος -αμάν πια αυτά τα λάθη – και δημιουργείται το ΣΝΟΦ ένα αντιστασιακό τάγμα σλαβόφωνων με επικεφαλής τον Ηλία Δημάκη [Γκότσε] που κάποια στιγμή τους παίρνει όλους σούμπιτους και τους περνάει στη Γιουγκοσλαβία. Με το που απελευθερώνεται η Γιουγκοσλαβία αρχίζουν να εμφανίζονται οι μεγαλοϊδεατισμοί του Τίτο , ο οποίος θέλει να γίνει ηγέτης πασών των Βαλκανίων. Κάνει μάλιστα πρόταση στον Δημητρώφ, Γραμματέα του Β.Κ.Κ να …ενταχθεί η Βουλγαρία σε μια ευρύτερη γιουγκοσλαβική ένωση, πράγμα που δεν γίνεται αποδεκτό και αρχίζουν αυτοί οι δύο να ψιλοτρώγονται. Ακριβώς τότε ο Τίτο προχωρεί στην δημιουργία της Γιουγκοσλαβίας με τα ομόσπονδα κρατίδια και θέλοντας αφενός να φανεί καλός στους σλαβομακεδόνες εθνικιστές-αυτονομιστές αφετέρου να προλάβει τον Δημητρώφ να μην εντάξει εκείνη την περιοχή στη Βουλγαρία αφού ο δεύτερος θεωρεί τους κατοίκους της Βουλγαρους, κάνει την κίνηση Ματ και φτιάχνει την Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας. Με τον ελληνικό εμφύλιο τα πράγματα μπλέκονται ακόμα περισσότερο. Οι σλαβόφωνοι της ελληνικής Μακεδονίας συμμετέχουν εκόντες άκοντες στον Δημοκρατικό Στρατό, τα χωριά τους καταστρέφονται από τον Εθνικό Στρατό, πολλοί από αυτούς μεταπηδούν στην Λ.Δ.Μ και άλλοι φεύγουν  είτε στην Τασκένδη, το μεγαλύτερο μέρος τους, είτε σε άλλες ανατολικές χώρες. Στο τέλος του ελληνικού εμφυλίου, το μίσος που έχουν προκαλέσει οι διώξεις και τα κυνηγητά το κλείσιμο των συνόρων, η απαγόρευση των σλαβόφωνων από τις μετεμφυλιακές κυβερνήσεις να επανέλθουν στις πατρογονικές τους εστίες, προκαλούν μια έξαρση εθνικιστικού και αλυτρωτικού ντελίριου στη Λ. Δ. Μ. Ξαναγράφεται η Ιστορία, τα σχολικά εγχειρίδια, η προπαγάνδα για την ταυτότητα τους αυξάνεται. Προς αυτήν την κατεύθυνση δραστηριοποιούνται κυρίως οι σλαβομακεδονικές οργανώσεις Αυστραλίας και Καναδά όπου έχουν μεταναστεύει πολλοί σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας λόγων των εμφυλιακών διώξεων, ακούν Ελλάδα και την ταυτίζουν με τους «μοναρχοφασίστες», όπως έλεγαν τις ελληνικές εμφυλιακες κυβερνήσεις. Το ιδεολόγημα του μακεδονισμού με ρίζες αφενός στην Αρχαία Μακεδονία και αφετέρου στην μεσαιωνική Βουλγαρία θεριεύει.

Κι εμείς τι κάνουμε; ‘Η σχεδόν σιωπούμε [βλέπε κρυφή συμφωνία Αβέρωφ -Ποπώφ το 1962 δε λέμε δεν μιλάμε δεν αναφέρουμε τίποτα περί του ζητήματος] ή βγάζουμε το άχτι μας στους σλαβόφωνους της ελληνικής Μακεδονίας, όσους είχαν απομείνει σε περιοχή Φλώρινας, Καστοριάς, Πέλλας με το να τους απαγορεύουμε να μιλάνε το ιδίωμά τους, να μην τραγουδάνε τα τραγούδια τους, να μην χορεύουν τους χορούς τους, να ζητάμε χαρτιά για όσους πάνε κι έρχονται από κει πάνω. Ό,τι βλακωδέστερο δηλαδή θα μπορούσε να γίνει.

Και έρχεται το πλήρωμα του χρόνου. Διαλύεται η Γιουγκοσλαβία που αποτελούσε το βολικό άλλοθι των ελληνικών κυβερνήσεων για να ρίχνουν πίσω το «μακεδονικό» ζήτημα και το 1991 η έως τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας – αν δείτε χάρτες παλιούς πριν το 1990 θα διαβάσετε ένα Μακεδονία που βγάζει μάτι- ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Και τότε, ως δια μαγείας, σαν τη κοιμωμένη βασιλοπούλα του παραμυθιού ξυπνάμε και όχι μόνον ξυπνάμε αλλά αρχίζουμε να ολοφυρόμαστε ότι μας παίρνουν τη Μακεδονία μας την ολοδική μας Μακεδονία και αυτό ΟΧΙ δεν θα το επιτρέψουμε.
Φυσικά δεν έχουμε ιδέα για τα όσα έχουν συμβεί εκεί πάνω αιώνες τώρα. Διότι είμαστε αγράμματοι και τζάμπα μάγκες. Ξέρουμε μόνον για τον Μέγα Αλέξανδρο και πέραν τούτου ουδέν. Το παράλογο είναι ότι εκείνοι που πρωτοστατούσαν και ετοιμάζονται να πρωτοστατήσουν πάλι είναι οι εξ αγχιστείας Μακεδόνες που θυμούνται την Μακεδονία όταν φοβούνται ότι κάποιος θα τους την πάρει. Διαφορετικά είναι μόνον Πόντιοι ή Μικρασιάτες. [παιδιά αποφασίστε τί είστε]. Βέβαια τους καταλαβαίνω, σου λέει «χάσαμε τις πρώτες πατρίδες μας να χάσουμε και τη δεύτερη». Στη σφαίρα του ψυχολογικού και φαντασιωσικού βρίσκεται το πράγμα.
Για να πάμε όμως και στη γείτονα χώρα. Μετά την ανακήρυξη της χώρας ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ο τότε πρώτος Πρόεδρός της, σοσιαλιστής Κίρο Γκλιγκόρωφ – εκ χωρίου της Φλώρινας καταγόμενος- και αναγνώριζε την απολύτως σλαβική καταγωγή του λαού του και τα περί Αλεξάνδρου τα θεωρούσε παραμύθια και ήταν έτοιμος να υποχωρήσει στο θέμα της ονομασίας και να συμφωνήσει με την τότε Κυβέρνηση Μητσοτάκη μια κοινά αποδεκτή λύση, με σύνθετο όνομα κ.λπ. Αυτό ήταν το περίφημο πακέτο Πινέιρο που έδινε σε μας πολλά καλούδια και το ζήτημα θα έκλεινε μια χαρά. Και τότε άρχισαν οι πάσης φύσεως τζάμπα μαγκιές μας με πρώτο και καλύτερο τον «χαμουτζή» [έκφραση ημών των από πάνω για τους κάτω από το αυλάκι] και …..υπερεθνικόφρονα Υπουργό Εξωτερικών Α. Σαμαρά, ο οποίος κυριολεκτικά τα έκανε μαντάρα. Καπάκι και τα συλλαλητήρια με το σουρεάλ σύνθημα «Η Μακεδονία είναι ελληνική» και ήρθε κι έδεσε με τον άλλον ….υπερπατριώτη Ανδρέα Παπανδρέου με το εμπάργκο του και τα λοιπά. Στο μεταξύ στη γείτονα χώρα φεύγει ο μετριοπαθής Γκλιγόρωφ -επιχείρησαν και να τον δολοφονήσουν- κι έρχεται το υπερεθνικιστικό κόμμα του Γκρούεφσκι – ο παππούς του επίσης από ένα χωριό της Φλώρινας- κι αρχίζουν εκεί τα μεγάλα πανηγύρια. Από τη μια η κυβερνητική διαφθορά στα ύψη και η φτώχεια του κοσμάκη στα βάθη και ο απροκάλυπτος αυταρχισμός επίσης, από την άλλη το απόλυτα χρυσωμένο χάπι της λεγόμενης αρχαιοποίησης. Δεν έχετε να φάτε παιδιά, πάρτε έναν τεράστιο άγαλμα του Μέγα Αλέξανδρου από τον οποίο κατευθείαν κατάγεστε. [Πώς λέμε κατευθείαν διαδρομή; Έτσι] . Παίρνετε ελάχιστους μισθούς; Ναι αλλά για σκεφτείτε το ένδοξο αρχαιομακεδονικό σας παρελθόν κ.λπ κλ.π  Δεν μπορεί η χώρα μας να σηκώσει κεφάλι, φταίνε αυτοί οι παλιοέλληνες που εκτός των άλλων είναι και κατακτητές της Μακεδονίας μας. Αυτά μέχρι που και εκεί ο κόσμος έπαψε κάποια στιγμή να τρώει το μεγαλοαλεξανδρινό κουτόχορτο, ξεσηκώθηκε, και τέλος πάντων ξεκουμπίστηκαν οι υπερεθνικιστές . Η νέα Κυβέρνηση. λοιπόν, φαίνεται να θέλει να ξεκολλήσει επιτέλους τη χώρα και να προχωρήσει. Είναι ρεαλιστές και έτοιμοι για υποχωρήσεις. Ας μη θεωρούμε ότι είναι και γι’ αυτούς εύκολα τα πράγματα. Οι προηγούμενοι έχουν δηλητηριάσει πολύ κόσμο που αντιδρά. Αν δεν σταματήσουμε κι εμείς τις τζάμπα μαγκιές είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να λυθεί το ονοματολογικό. Μακεδόνες είναι και αυτοί, πάει και τέλειωσε. Σλάβοι μακεδόνες. Μακεντότσκι. Η Μακεδονία δεν είναι ΜΟΝΟΝ ελληνική. Είναι εις …τετραπλούν. Η Αρχαία ήταν αλλά από τότε έχουν περάσει 2500 χρόνια και βάλε. Έλεος!

Προσωπικά, θα προτιμούσα μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό -όπως είναι και το αληθές- έναντι όλων παρά τον χρονικό, π.χ Νέα Μακεδονία. Μέχρι πρότινος το σκεφτόμουν αλλά με έπεισε με παρέμβασή του ο Σταύρος Λυγερός ότι δηλαδή το «Νέα» δημιουργεί προϋποθέσεις συνέχειας άρα μπορεί και να καλλιεργήσει αλυτρωτισμούς. Διότι εντάξει με την σημερινή κυβέρνηση των σοσιαλιστών αλλά αν επανέλθουν καποια στιγμή οι εθνικιστές; Ας το σκεφτεί κι αυτό ο Νίκος Κοτζιάς. Και τέλος αν δεν λυθεί τώρα το ζήτημα θα φάμε μια χαρά το σημερινό όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με όλα τα συμπαρομαρτούντα, χρυσά μου. Θα κρατήσουμε όμως ψηλά το κεφάλι της μαγκιάς μας που μόνον σε ήττες ιστορικά μας οδηγεί.

Η Έλενα Χουζούρη έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δοκίμια και μελέτες για πρόσωπα ("Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου") και θέματα της ελληνικής λογοτεχνίας ("Ο στρατός στη νεοελληνική λογοτεχνία"), μία συγκεντρωτική έκδοση κριτικών της για Έλληνες ποιητές και μία συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της (2011). Στην πεζογραφία εμφανίζεται τον Δεκέμβριο του 2004 με το μυθιστόρημα "Σκοτεινός Βαρδάρης" (Κέδρος), υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (βραχεία λίστα) και υποψήφιο για το βραβείο BALKANIKA 2006 - εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Το φθινόπωρο του 2009 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της "Πατρίδα από βαμβάκι" (Κέδρος), υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών, μυθιστόρημα που συμπεριελήφθη στη βραχεία λίστα των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού "Διαβάζω". "Ο Σκοτεινός Βαρδάρης" έχει μεταφραστεί στα σερβικά, βουλγαρικά και τουρκικά. Ποιήματα, διηγήματα και κριτικές της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, καθώς και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ως κριτικός λογοτεχνίας έχει συνεργαστεί με την "Καθημερινή" (1995-2000) και τη "Βιβλιοθήκη" της "Ελευθεροτυπίας" (2000-2009). Κατά καιρούς συνεργάζεται με τις "Αναγνώσεις" της "Αυγής". Οργάνωσε και διηύθυνε τις λογοτεχνικές σειρές "Γραφές της Αθωότητας" (1998) και "Ένα γράμμα για σένα" (2001) στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Διετέλεσε σύμβουλος έκδοσης ξένης λογοτεχνίας στις εκδόσεις Πατάκη (1992-1996) και ελληνικής λογοτεχνίας στις εκδόσεις Λιβάνη (1996-1999). Για πολλά χρόνια εργάστηκε ως δημοσιογράφος στον τομέα πολιτισμού και βιβλίου στον αθηναϊκό ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Για δεκαοκτώ χρόνια ετοίμαζε και παρουσίαζε την εκπομπή βιβλίου "Ο φίλος μου κ. Γουτεμβέργιος" στο Πρώτο Πρόγραμμα (ΝΕΤ 105,8) της ΕΡΑ. Συνεργάστηκε για θέματα πολιτισμού στο τηλεοπτικό μαγκαζίνο "Τέχνη και Πολιτισμός" της δημόσιας τηλεόρασης (1987-1990). Επίσης συνεργάστηκε στην παρουσίαση βιβλίων στις τηλεοπτικές εκπομπές "Βιβλιόραμα", "Πνεύμα αντιλογίας" και "Έχει γούστο". Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και της Εταιρείας Συγγραφέων, στο Δ.Σ. της οποίας έχει χρηματίσει Αντιπρόεδρος (2009-2011) και Γενικός Γραμματέας (2011-2013).
Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του ηλεκτρονικού περιοδικού "O Anagnostis".

Β. Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΗΤΑΝ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ:
Όλοι όμως, γνωρίζουν ότι δίπλα στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν σλαβικές Μακεδονίες, που διαμορφώθηκαν ιστορικά και την ύπαρξη των οποίων ουδείς ποτέ θεώρησε ότι μπορεί να αμφισβητήσει.

Προχωρούμε: «Η ελληνική Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι ελληνική». Γιατί, όμως, θέλουμε να ξεχνούμε ότι η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική κατά τον διανυόμενο αιώνα, μέσα από ένα σπαρακτικό ξερίζωμα πληθυσμών, με αμοιβαίες ανταλλαγές πληθυσμών, με τον ερχομό των μικρασιατών Ελλήνων μετά από την καταστροφή; Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της Μακεδονίας είναι, κατά κύριο λόγο, αποτέλεσμα των ανταλλαγών πληθυσμών και όχι της επιβίωσης γηγενών ελληνικών πληθυσμιακών συνόλων.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πάντα μπορούμε να εμφανίζουμε στοιχεία, πολλά από τα οποία μπορεί να είναι βάσιμα, για να τεκμηριώσουμε μια άποψη. Το σημαντικό όμως είναι ότι, χωρίς να εξηγούμε τι αντιπροσωπεύει και πώς πραγματοποιήθηκε η διαδικασία της ελληνοποίησης της ελληνικής Μακεδονίας, καλλιεργούμε έναν «εθνικό φανατισμό» στους πολίτες, μέσα από ένα σύνθημα που δεν έχει αντιστοιχία προς τις ιστορικές πραγματικότητες. Αν, στη θέση των συνθημάτων που ευνοούν την αμάθεια, φανατίζουν και αποπροσανατολίζουν, είχαν αναδειχθεί τα στοιχεία της ιστορικότητας των φαινομένων, και ιδίως των εθνικών φαινομένων, τότε οι πολίτες αυτής της χώρας θα είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν ευκολότερα πόσο κοινές σε όλους τους λαούς είναι οι εθνοκεντρικές τάσεις και πόσο αυτά που θεωρούνται ελληνικές μοναδικότητες ή ελληνικές θαυματουργίες αποτελούν κοινούς τόπους στην Iστορία όλων των λαών, όταν, σε συγκεκριμένες φάσεις της ιστορικής διαδρομής τους, θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν το κέντρο της γης και τον ομφαλό του κόσμου. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η ιστορικοποίηση της γνώσης κάποιους δεν τους συνέφερε. Και οδηγηθήκαμε στους παραλογισμούς και τις παραδοξολογίες…

Το πρόβλημα είναι πώς θα αναγνωρίσουμε τις ιδιαιτερότητες μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκαν οι εθνότητες στη Βαλκανική. Να καταλάβουμε σε τι δράματα οδήγησε η αντιπαράθεση, με ευθύνη όλων των εθνοτήτων και όλων των κρατών, γιατί όλοι με το ίδιο πρότυπο και τους ίδιους μηχανισμούς λειτούργησαν προκειμένου να εξασφαλίσουν και την ύπαρξή τους και την επιβίωσή τους. Έχω την εντύπωση ότι με τον τρόπο που χειρίστηκε τα προβλήματα η ελληνική εξωτερική πολιτική υπονόμευσε τον ιδιαίτερο ρόλο που θα μπορούσε, για ιστορικούς λόγους, να έχει η Ελλάδα στα Βαλκάνια. Η χώρα μας, έχοντας αποφύγει το στάδιο του υπαρκτού σοσιαλισμού, με ένα δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται σε αξίες οι οποίες τείνουν να γίνουν κυρίαρχες στη διεθνή κοινότητα, θα μπορούσε να έχει, όχι έναν ανώτερο ρόλο, αλλά έναν πρόσκαιρα οδηγητικό, υπό τον όρο ότι θα έπαιζε το παιχνίδι της σύγκλισης και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων και όχι το παιχνίδι της αντιπαλότητας.

Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κατόρθωσαν να διαμορφώσουν ένα κλίμα ανομολόγητου ρατσισμού, είτε με την περιφρόνηση του τρίτου είτε με την εικόνα ότι η Ελλάδα είναι το κέντρο της γης και όλοι οι άλλοι την επιβουλεύονται. Όμως όποτε έχουμε υπάρξει ελληνοκεντρικοί και ομφαλοσκόποι, αυτό συνοδεύτηκε από εθνική πτώση και συχνά καταστροφές, στο μέτρο ιδίως που μια τέτοια τάση μας απομόνωσε από τα στοιχεία που, διασταυρούμενα με τις δικές μας ιδιαιτερότητες, ενίσχυαν την πολιτισμική μας φυσιογνωμία. Όταν βγαίνουμε και αποκαλούμε τους γείτονες κρατίδιο, έχουμε ποτέ σκεφτεί ότι η Κύπρος είναι το ένα τέταρτο του «κράτους των Σκοπίων» Θα θέλαμε να την αποκαλούν κρατίδιο; 


Η αναζωπύρωση του εθνικισμού στην Ελλάδα εντάσσεται σε έναν κύκλο που έχει τα ομόλογά του και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στις χώρες του Ισλάμ, όπου ξαναζωνταντεύουν οι θρησκευτικές και οι εθνικιστικές αδιαλλαξίες. Φάνηκε ότι, παρά τις επιφάσεις κάποιου εκσυγχρονισμού, η κοινωνία μας απέχει πολύ από το να ζήσει με την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των πολιτών του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα. [απόσπασμα από το βιβλίο του Φίλιππου Ηλιού ΨΗΦΙΔΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ, εκδόσεις Πόλις 2007]

Γ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ: ΖΑΒΑΛΗ ΜΑΪΚΩ:
Και εάν χθες είδαμε τους χάρτες σήμερα ας θυμηθούμε πως περιέγραφε αυτούς τους ενοχλητικούς «άλλους» των Βαλκανίων ο Στρατής Μυριβήλης στη Ζωή εν Τάφω
Τούτοι εδώ μιλάνε μια γλώσσα που την καταλαβαίνουν κι οι Σέρβοι κι οι Βούλγαροι. Τους πρώτους τους μισούνε, γιατί τους πιλατεύουν και τους μεταχειρίζουνται για Βουλγάρους. Και τους Βουλγάρους τους μισούν, γιατί πήραν τα παιδιά τους στον πόλεμο. Εμάς τους Ρωμιούς μάς δέχουνται με κάποια συμπαθητική περιέργεια, μόνο και μόνο γιατί είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υποταχτικοί του Πατρίκ, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριάρχη. Η ιδέα του Πατριαρχείου απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη σε μια μυστικοπάθεια πολύ παράξενη, πάνω σε τούτο τον απλοϊκό χριστιανικόν κόσμο[...]

Έτσι, το πάρσιμο των δυο παλικαριών της στον πόλεμο η Άντσιω το δέχεται σαν ένα βαρύ κακό που 'πεσε μέσα στο σπίτι, σαν οργή Θεού….

Ωστόσο μπορούσε περίφημα μια νύχτα, σε κάποια σύγκρουση περιπόλων που τρακάρουνε στα τυφλά, μπορούσε να τύχαινε η καρδιά των παιδιών της αντίκρυ στη λόγχη μου. Κι η λόγχη μου θα 'μπαινε βαθιά, θα 'μπαινε ψυχρή μέσα στην καρδιά των παιδιών της. Θα 'μπαινε, καημένη Άντσιω, μέσα στη δική σου την καρδιά. Μα δεν το βάζει ο νους της να μολέψει με μια τέτοια σκέψη την απλωτή χειρονομία της, σαν μου προσφέρνει στη χοντρή χωματένια κούπα με τα κόκκινα και μαβιά λουλούδια το φρεσκοαρμεγμένο γάλα της γελάδας. Αυτό που μου τ' αρμέγει τραγουδώντας κάτω στο ντάμι* η κόρη της η Γκιβέζω, η γλυκιά αδερφή των δύο άγνωστών μου οχτρών. Και σα μου φρεσκάρει το στρωμάτσο για να το κάμει όσο είναι βολετό πιο ξεκουραστικό για το πονεμένο κορμί μου, δε συλλογιέται πως μπορεί ο ίδιος εγώ αύριο-μεθαύριο να ξεκοιλιάσω τα παιδιά της. Με ρωτάει όμως συχνά για τη μάνα μου:
— Τώρα θα κλαίει;
— Ναι, θα κλαίει.
— Και θα σας απαντέχει;
— Θα μας απαντέχει...
— Ζάβαλη μάικω!
Σωπαίνει, κρατά τη σαγίτα και με κοιτάζει με αγαθά, γαλάζια μάτια. Ύστερα λέει με μονότονη φωνή:
— Πρώτα μου τα πήραν οι Σέρβοι. Τα κατέβασαν από το κάρο, τα 'δειραν και μου τα πήρανε. Είστε Σέρβοι, φώναζαν, γιατί δεν θέλετε να πολεμήσετε το Βούλγαρο; Κατόπι ήρθαν μαζί με τους Γερμανούς οι Βούλγαροι. Είστε Βούλγαροι, φώναζαν. Μπρος, να πολεμήσετε το Σέρβο. Και άιντε ξύλο, και άιντε φυλακή.

— Ζάβαλη μάικω!


Δ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη Οι λαοί των Βαλκανίων)
Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής
Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ιστορία των λαών της Βαλκανικής, αν ήδη δεν έχει κατανοήσει την ιστορία των Μακεδόνων, του σπουδαιότερου λαού των Βαλκανίων. Άλλωστε, χωρίς τους Δωριείς Μακεδόνες είναι βέβαιο πως σήμερα δεν θα υπήρχε ίχνος ελληνικού πολιτισμού στη γεωγραφική περιοχή που λέγεται Ελλάδα. Διότι ο ελληνικός πολιτισμός, αφού έκανε το γύρο του τότε γνωστού κόσμου με τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, επέστρεψε στην κοιτίδα του όχι ακριβώς ως ελληνικός, δηλαδή ιωνικός, αλλά ως ελληνιστικός.

Ήδη η γραμματολογική διαφορά ανάμεσα στις καταλήξεις -ικός (ελληνικός) και -ιστικός (ελληνιστικός) δηλώνει από μόνη της τη σημαντική διαφοροποίηση που υπέστη ο ελληνικός πολιτισμός της κλασικής περιόδου, αυτός δηλαδή που διαμορφώθηκε κατά κύριο λόγο απ’ το ένα από τα τέσσερα ελληνικά φύλα, τους Ίωνες της Μικράς Ασίας και τους ομοφύλους τους της Αττικής. Αν, λοιπόν, ο ελληνικός πολιτισμός διά των Μακεδόνων «περιόδευσε» τουλάχιστον στο μισό του τότε γνωστού κόσμου και επηρέασε ένα μεγάλο πλήθος λαών πολύ απομακρυσμένων απ’ τη Μακεδονία, είναι φυσικό να επηρέασε ακόμα περισσότερο λαούς βαρβαρικούς, εγκαταστημένους κοντά στη Μακεδονία.

Όπως και νάναι πάντως, ο ελληνικός και ο ελληνιστικός πολιτισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά ανάμεσα στον ελληνικό και τον ελληνιστικό πολιτισμό, πρέπει κατ’ αρχήν να επισημάνουμε τη γραμματολογική διαφορά ανάμεσα στις καταλήξεις -ικός και -ιστικός, που και οι δυο αφορούν επίθετα. Όμως, τα επίθετα με κατάληξη σε -ιστικός, παράγονται από ρήματα σε -ίζω, και τα ρήματα σε -ίζω δηλώνουν πράξη επηρεασμού. Αντίθετα, στην ελληνική γλώσσα η κατάληξη -ικός (ανδρικός, παιδικός, στρατιωτικός κ.λπ.) δηλώνει ιδιότητα. Έτσι, ελληνικό είναι αυτό που προσιδιάζει στους Έλληνες, που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των Ελλήνων, που είναι ίδιον των Ελλήνων και κανενός άλλου λαού. Ενώ η κατάληξη -ιστικός, που υπάρχει σε επίθετα παραγόμενα από ρήματα σε -ίζω δηλώνει σχέση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ελληνιστικό είναι κάτι που έχει καταγωγική σχέση με την Ελλάδα, το άμεσα εξαρτώμενο απ’ την Ελλάδα, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει. Που, όμως, δεν είναι ευθέως εξαρτημένο απ’ την Ελλάδα, δεν είναι, θα λέγαμε, πρωτογενώς ελληνικό.
Η σχέση ημών των Νεοελλήνων με το (αρχαίο) ελληνικό ήθος και τον (αρχαίο) ελληνικό πολιτισμό δεν είναι ευθέως ελληνική, είναι ελληνιστική. Όχι μόνο γιατί ο ελληνικός πολιτισμός επέστρεψε στην κοιτίδα του (παραλλαγμένος) διά του χριστιανισμού, που δεν είναι τυπικά ελληνική αλλά ανατολίτικη πολιτιστική παράμετρος, αλλά και διότι ο χρόνος και οι αλλαγές που αυτός συνεπάγεται μας απομάκρυναν κατ’ ανάγκην απ’ την αρχική έννοια Έλλην.

Ο σημερινός νεοελληνικός πολιτισμός, λοιπόν, είναι ελληνιστικός με μια έννοια πολλαπλή: Εξαιτίας μιας θρησκείας που εισήχθη στην Ελλάδα και τροποποίησε τα ήθη και την ηθική της, εξαιτίας μιας γλώσσας που δεν είναι η (αρχική) ελληνική, αλλά μια απλοποιημένη παραλλαγή της, αυτή που δημιούργησαν οι Αλεξανδρινοί γραμματοδιδάσκαλοι με τρόπον τέτοιο, που να γίνεται εύκολα κατανοητή και από βαρβάρους, και κυρίως εξαιτίας της δυναμικής της ιστορίας, που συνεχώς τροποποιεί τις κοινωνικές παραμέτρους και τα πολιτιστικά δεδομένα.

Άλλωστε, κανένας απόγονος δεν είναι κατ’ ανάγκην όμοιος με τον πρόγονο. Ο γιος ενός έξυπνου και πολιτισμένου πατέρα μπορεί κάλλιστα να είναι και βλαξ και απολίτιστος. Γιατί, λοιπόν, να μη συμβαίνει το ίδιο και με τους λαούς, όπου τα πράγματα είναι απ’ τη φύση τους ακόμα πιο χαοτικά και ακατάστατα, ακόμα πιο τυχαία απ’ όσο στη μείξη των χρωμοσωμάτων; Πάλι καλά, να λες, που διατηρούμε κάποια ελληνιστικά ίχνη, πράγμα που το οφείλουμε στους Μακεδόνες. Που σήμερα είναι το ένα πέμπτο του συνόλου των Ελλήνων. Και τούτο χάρη στους πρόσφυγες που αποτελούν το 45% του σημερινού πληθυσμού της Μακεδονίας. Πράγμα που σημαίνει πως χωρίς τους Έλληνες που ήρθαν απ’ τη Μικρά Ασία και τον Πόντο ανάμεσα στο 1910 και 1925 (σύνολο 1.221.849 ψυχές) ιδέα δεν έχω αν η Μακεδονία θα ήταν δυνατό να είναι σήμερα ελληνική. Είπαμε, τις εθνότητες και συνεπώς τα στηριγμένα σ’ αυτές εθνικά αλλά και πολυεθνικά κράτη τα δημιουργούν οι άνθρωποι και όχι τα εδάφη.

Ας δούμε, λοιπόν, τους Μακεδόνες από πιο κοντά. Το αξίζουν και με το παραπάνω. Και οπωσδήποτε παραπάνω απ’ ότι θα το άξιζαν, ας πούμε οι Πελοποννήσιοι, οι μόνιμοι δυνάστες των υπολοίπων Ελλήνων απ’ το 1830 που υπάρχει νεοελληνικό κράτος και μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Άλλωστε, το είπαμε ήδη, η ιστορία των λαών της Βαλκανικής χωρίς τους Μακεδόνες δεν θα είχε το νόημα που έχει σήμερα. Από δω, και συγκεκριμένα από την πόλη του Φιλίππου, τη Φιλιππούπολη, ξεκινάει εκείνη η τρομερή χριστιανική αίρεση των βογόμιλων, που για πέντε αιώνες θα φέρει τα πάνω κάτω στη Βαλκανική κυρίως αλλά και σ’ ολόκληρη τη βυζαντινή επικράτεια. Μιλήσαμε ήδη για τους βογόμιλους και το ρόλο τους στον κάρα πολύ ιδιόρρυθμο εξισλαμισμό, κυρίως των κατοίκων της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αλλά και των Ελλήνων της νότιας Μακεδονίας, των Βαλαάδων (ή Βαλαλάδων), που τους χαρακτηρίζουν ελληνόφωνους Τούρκους, ενώ είναι μάλλον εξισλαμισθέντες Έλληνες, μερικοί μόνο απ’ τις πολλές χιλιάδες εξισλαμισθέντων Ελλήνων, που μόνο η ελληνική μωρία θα ήταν δυνατό να τους χαρίσει στους Τούρκους, για μόνο το λόγο πως εξισλαμίστηκαν.

Τα πρώτα έγκυρα ντοκουμέντα για την ιστορία των Μακεδόνων χρονολογούνται από τον 7ο π.Χ. αιώνα, τότε που ο πρώτος Μακεδόνας βασιλιάς, ο Περδίκκας Α', ιδρύει το κράτος των Μακεδόνων υποτάσσοντας τους Παίονες, τους Βοττιαίους, τους Ηδώνες, τους Εορδαίους, τους Ιλλυριούς και πάρα πολλούς άλλους μικρότερους προμακεδονικούς, ας τους πούμε έτσι, λαούς, που θα αφομοιωθούν με τους Μακεδόνες για να δώσουν το πρώτο υπολογίσιμο εθνολογικό κράμα σε μια περιοχή που δε σταμάτησε ποτέ να αναμειγνύει τις πάμπολλες λαότητες που έζησαν στο πλούσιο έδαφος της.

Όμως, η κυρίως ιστορική περίοδος των Μακεδόνων αρχίζει τον 4ο π.Χ. αιώνα με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α' τον Φιλέλληνα (498-454 π.Χ.). Πολύ απασχόλησε τους ιστορικούς ο χαρακτηρισμός Φιλέλλην. Αλλά μπέρδεψε μόνο όσους αντιλαμβάνονται την ιστορία σαν μια διαδοχή υιών καταγομένων από τον ίδιο πατέρα, και όχι σαν μια διαδοχή πολιτισμών. Το γεγονός πως οι Μακεδόνες είναι Δωριείς, δε σημαίνει απολύτως τίποτα από πολιτιστικής απόψεως. Σε σχέση με τους πρωτοπόρους Ίωνες, οι Δωριείς Μακεδόνες, όπως και όλοι οι Δωριείς, εκπολιτίζονται πάρα πολύ πιο αργά. Όχι μόνο γιατί τους χωρίζουν χίλια χρόνια από την λεγάμενη «κάθοδο των Αχαιών» και των Ιώνων που κατεβαίνουν σχεδόν μαζί με τους Αιολείς και τους Αχαιούς απ’ το Βορρά, αλλά και διότι βρίσκονται αρκετά μακριά απ’ το λίκνο του ελληνικού πολιτισμού, την Ιωνία (τα παράλια της Μικράς Ασίας) καθώς και απ’ την απέναντι Αττική, που κατοικείται από Ίωνες.

Άλλωστε, πολλοί Αθηναίοι, με προεξάρχοντα τον φανατικό αντιμακεδόνα Δημοσθένη, δεν αναγνωρίζουν τους Μακεδόνες σαν Έλληνες. Όχι γιατί δεν είναι Έλληνες εκ καταγωγής (οι αρχαίοι Έλληνες μισούν θανάσιμα την καταγωγική αιματολογία και θα έσκαγαν στα γέλια αν μας άκουγαν να αιματολογούμε εθνολογικά) αλλά διότι δεν είναι ακόμα τόσο πολιτισμένοι, όσο οι νότιοι Έλληνες.

Ας μη μας διαφεύγει πως για τους αρχαίους Έλληνες, Έλληνες είναι οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες. Για τους Νεοέλληνες όμως, κυρίως Έλληνες είναι, πρώτον αυτοί που δεν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές ή φιλοκομμουνιστές, δεύτερον αυτοί που παν συχνά στην εκκλησία, τρίτον αυτοί που αγαπούν τα στρατιωτικά θούρια, τέταρτον αυτοί που αγαπούν τους εκ στρατιωτικών δικτάτορες, πέμπτον αυτοί που έχουν κουμπάρο βουλευτή, έκτον αυτοί που κλέβουν συχνά το δημόσιο ταμείο, έβδομον αυτοί που φωνάζουν «ζήτω η Ελλάς» τρεις φορές την ημέρα, όγδοον αυτοί που δεν κοιμούνται όταν ακούν τους ρήτορες κατά τις δυο εθνικές επετείους, ένατον αυτοί που έχουν πιστοποιητικό από τον αιματολόγο που βεβαιώνει πως το αίμα τους είναι γνησίως ελληνικό, και δέκατον και τελευταίον αυτοί που πιστεύουν πως το «όνομά μας είναι η ψυχή μας» τη στιγμή που όλοι μας ξέρουμε πως το καλό κρασί δεν το κάνει η ετικέτα, αλλά τ’ αμπέλι.

Όπως και νάναι, οι εξ αίματος Έλληνες Μακεδόνες (άντε, να σας κάνουμε το χατίρι, εσάς τους αιμοβόρους, που αν δε δείτε αίματα δεν ηρεμείτε) ολοκληρώνουν τον σταδιακό (πολιτιστικό) εξελληνισμό τους κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Επί Περδίκκα Β' (438-413) και επί Αρχελάου (413-399) αρχίζει πλέον να μη γίνεται διάκριση, από πολιτιστικής απόψεως, ανάμεσα στους βόρειους και τους νότιους Έλληνες. Πάντως, ο εξαιρετικά φιλόδοξος Φίλιππος Β' (359-336), αφού τσαλαπάτησε όλους τους μνηστήρες του θρόνου, κατέβηκε κατά κάτω και υπέταξε στην εξουσία του όλους τους νότιους Έλληνες. Για να τους ενώσει, λεν οι εθνοκάπηλοι. Τρίχες. Απλώς τους κατάχτησε, έτσι απλά και καθαρά, αδιαφορώντας πλήρως για το αν είναι αδέρφια ή ξαδέρφια ή ό,τι άλλο εν πάση περιπτώσει. Καινούργια εδάφη για την επικράτειά του ήθελε ο άνθρωπος, και τα πήρε. Και στρατιώτες για την εκστρατεία του κατά των Περσών που ετοίμαζε. Και τους πήρε (ο γιος του Αλέξανδρος).

Κι έτσι αρχίζουν από τότε τα διλήμματα: Να πάρεις το μέρος των βορείων ή των νοτίων; Σκέτος αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος μοιάζει το πράγμα. Πάντως εγώ, αν και βόρειος (Μακεδών) παίρνω σταθερά το μέρος των νοτίων Ιώνων, γιατί αυτοί είναι οι δημιουργοί του ελληνικού πολιτισμού της κλασικής περιόδου. Πάντως, ο γιος του Φίλιππου Β', Αλέξανδρος, ο επονομασθείς ορθότατα Μέγας (356-323), δίνει μια γερή σπρωξιά στον ελληνικό πολιτισμό (των Ιώνων, το ξαναλέω) και τον μετατρέπει σε ελληνιστικό.

Όμως, το 148 π.Χ., μόνο 175 χρόνια μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, όλα καταρρέουν και η Μακεδονία γίνεται ρωμαϊκή επαρχία. Το 395 μ.Χ., με το χωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε Δυτική (Ρώμη) και Ανατολική (Βυζάντιο), μετά από 543 χρόνια ρωμαϊκής κυριαρχίας που αφήνει ανεξίτηλα ίχνη, η Μακεδονία περιέρχεται στη δικαιοδοσία του ανατολικού αυτοκράτορα Αρκάδιου, και σύντομα γίνεται το σημαντικότερο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει λαμπρές ημέρες δόξης ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα. Την Κωνσταντινούπολη, να εξηγούμαστε. Γιατί η Θεσσαλονίκη ως συμπρωτεύουσα δίπλα στην πρωτεύουσα Αθήνα είναι μια συμπρωτεύουσα της πλάκας, όπως ακριβώς και η πρωτεύουσα (πόλη) της Ελλάδας, που σίγουρα είναι δευτερεύουσα κοντά στην πάντα όμορφη και πάντα «θηλυκιά» Θεσσαλονίκη.

Η Μακεδονία ανήκει στο θέμα (βυζαντινή διοικητική περιφέρεια) του Ιλλυρικού μαζί με την Ιλλυρία και την Δακία (αντιστοιχεί προς τη σημερινή Ρουμανία αλλά περιλαμβάνει και τμήμα της νότιας Ρωσίας). Οι Βυζαντινοί όπως και οι Ρωμαίοι, απ’ την Ιλλυρία (παράλια της σημερινής Αλβανίας και Γιουγκοσλαβίας) πηδούν κατ’ ευθείαν στη Δακία και δεν κάνουν λόγο για τη μεσολαβούσα Μοισία (σημερινή Βουλγαρία αλλά και μέρος της Σερβίας προς τα Σκόπια) που ορθότατα την αντιμετωπίζουν ως Μακεδονία τώρα πλέον.

Ήδη πριν απ’ την εμφάνιση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στην περιοχή του κατοπινού θέματος του Ιλλυρικού έχουν εγκατασταθεί από πολύ παλιά και Γότθοι (αρχαίοι Γερμανοί, ας τους πούμε έτσι), αλλά και θύννοι (Μογγόλοι) τον 5ο και τον 6ο αιώνα, και Άβαροι (πάλι Μογγόλοι) τον 6ο και τον 7ο αιώνα. Όλοι αυτοί θ’ αφήσουν τα χνάρια τους στην περιοχή. Όλοι αυτοί θα ανακατωθούν με τους Σλάβους, που τον 6ο αιώνα ολοκληρώνουν την μακραίωνη διείσδυσή τους στην περιοχή όπου γυροφέρνουν ως νομάδες από πολύ νωρίτερα, για να συναποτελέσουν τελικά όλοι μαζί τους νοτιότερους απ’ τους Νότιους Σλάβους. Που κατά ένα σημαντικό ποσοστό, εκτός από Σλάβοι είναι Γερμανοί και Μογγόλοι. Και Έλληνες. Και Βλάχοι. Και Αλβανοί. Στα Βαλκάνια είναι αδύνατο να ξεχωρίσουν οι εθνότητες και οι πολιτισμοί. Το μόνο ενοποιητικό εθνολογικό δεδομένο των βαλκανικών λαών είναι η ορθοδοξία.

Τον 7ο αιώνα εμφανίζονται στην περιοχή και οι Βούλγαροι και τα πράγματα μπλέκουν ακόμα περισσότερο. Επί ενάμιση αιώνα οι δυναμικοί Βούλγαροι θα κάνουν τα πάντα άνω κάτω στη περιοχή του Ιλλυρικού και μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι που να γνωρίσουν την πρώτη τους σοβαρή ήττα από τον Λέοντα Ε' τον Αρμένιο (είναι πράγματι Αρμένιος) το 814.

Το 891 αρχίζουν οι επιδρομές των Αράβων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 911 οι πανίσχυροι αυτή την εποχή Άραβες μπαίνουν στη Θεσσαλονίκη και τη ρημάζουν. Ακολουθούν οι εισβολές των Πετσενέγων (Μογγόλοι κι αυτοί) των Κουμάνων (Μογγόλοι κι αυτοί), των Φράγκων και των Νορμανδών (Βίκινγκς). Στο μεταξύ, τον 8ο αιώνα έχουν ήδη προωθηθεί και έχουν ήδη εγκατασταθεί στη Μακεδονία οι Βλάχοι, δηλαδή η εθνολογική πανσπερμία των εκλατινισθέντων επαγγελματιών στρατιωτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι εγκαταστημένοι κάποτε ως φρουροί στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τώρα που δεν έχουν να φυλάξουν τίποτα, αρχίζουν να περιφέρονται δώθε κείθε για να φτιάξουν τελικά κράτος στη Ρουμανία μαζί με τους αρχαίους Λάκες, ενώ άλλες ομάδες Βλάχων προωθούνται απ’ τη Μακεδονία στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία.
[αποσπάσματα Από το βιβλίο  του Βασίλη Ραφαηλίδη «Οι λαοί των Βαλκανίων»]

 Ε. ΚΙ ΕΝΑ (υστερόγραφο) ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
Φαντασθείτε μια Ελλάδα που είχε επεξεργαστεί όσα συμπλέγματα τη συνδέουν με την πολύτιμη αρχαιότητά της. Οχι απαραιτήτως στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, αλλά στις αίθουσες των σχολείων, των πανεπιστημίων, ή ακόμη καλύτερα, στα βιβλία. Φαντασθείτε μια Ελλάδα που δεν κοκορευόταν μόνον στα διεθνή φόρα και τις αγορές για το Νομπέλ του ποιητή της, αλλά είχε διαβάσει και τον λόγο που έβγαλε για το χρέος απέναντι στη γλώσσα του. Φαντασθείτε μια Ελλάδα που δεν ναρκισσευόταν μόνον ότι μιλάει μια γλώσσα που τόσες λέξεις έδωσε στην οικουμένη, αλλά μάθαινε από την τρυφερή της ηλικία ότι αυτή η γλώσσα είναι η εξέλιξη της αρχαιότερης ευρωπαϊκής γλώσσας, της μόνης που δεν έπαψε ποτέ να μιλιέται. Ως εκ τούτου, τη θεωρούσε πολύτιμη και κατανάλωνε πολύ χρόνο για να ανακαλύψει τις εκφραστικές της δυνατότητες και να δει το βάθος του πεδίου της. Ο χρόνος αυτός δεν πήγαινε χαμένος. Αντάμειβε τους ομιλητές στο Κοινοβούλιο, τους δημοσιογράφους και τους δημοσιολογούντες με την ακρίβεια της έκφρασης και την καλλιέπεια. Φαντασθείτε μια Ελλάδα που είχε αντιληφθεί ότι η αρχαιότητα δεν ενδιαφέρει μόνον τις κρουαζιέρες αλλά ενδιαφέρει επίλεκτους από όλον τον κόσμο. Ως εκ τούτου, είχε φροντίσει να φτιάξει πανεπιστήμια που θα τους επέτρεπε να σπουδάζουν εδώ τα ελληνικά τους. Μια Ελλάδα, εν πάση περιπτώσει, που δεν της αρκούσε το όνομα Ελλάδα, αλλά είχε εντρυφήσει στα μυστικά της, συνομιλούσε μαζί της. Μια Ελλάδα που ήταν βέβαιη για την ταυτότητά της, δεν είχε ενοχές απέναντί της και δεν φοβόταν μην της την κλέψουν.

Φαντασθείτε τώρα τι θα γινόταν αν κάποιο γειτονικό της κράτος, ορφανό της τελευταίας βαλκανικής έκρηξης, αντιμετώπιζε ως υπαρξιακή ανάγκη το όνομα μιας περιοχής που κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην ταυτότητα αυτής της Ελλάδας. Η φανταστική αυτή Ελλάδα, τόσο βέβαιη για την παιδεία της και τις πολιτισμικές της καταβολές, θα κοίταζε με συμπάθεια το νεαρό παιδί, θα θώπευε τον ώμο του και θα του έλεγε: «Με συγκινείς, παιδί μου, που θέλεις το όνομά μου. Θα σε βαπτίσω εγώ και θα σε αναλάβω εγώ. Εγώ θα σου μάθω γράμματα, κι εγώ θα σε συστήσω στους μεγάλους». Και τώρα που φαντασθήκατε αυτήν την Ελλάδα, ξεχάστε την για να προσγειωθείτε στην πραγματική Ελλάδα. Μια χώρα που μισεί τη γλώσσα που μιλάει, μια χώρα που επαίρεται για τις καταβολές της αλλά μπερδεύει ενίοτε τον Κολοκοτρώνη με τον Λεωνίδα, μια χώρα που βρυχάται γιατί φοβάται τη σκιά της, κοινώς τον εαυτό της.

Τελειώνει εδώ το «παραμύθι για τη Μακεδονία» και αρχίζει το παραμύθι της Μακεδονίας. Ελονοσία που φέρνει πυρετό κάθε είκοσι και κάτι χρόνια, ή κρίση ταυτότητας μιας κοινωνίας ενοχικής απέναντι στην ταυτότητά της;

[Τάκης Θεοδωρόπουλος, εφημερίδα Καθημερινή 18/01/2018]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …