Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

ΘΡΥΜΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (Δίκαιος Λόγος Παιδείας και Ποίησης κι άδικος ο λόγος της εξουσίας –εξ ορισμού):


«Η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη κι άυλη τόσο θετική σαν μεταφυσική όπου μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του» (ΣΟΝΑΤΑ του ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ) Για τα επιτεύγματα του ανθρώπου ο λόγος/ κι αντίλογος με αφετηρία και έναυσμα το απόφθεγμα από τον αξεπέραστο ύμνο στη «δεινότητα» του ανθρώπου «πολλά τα δεινά κι ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει» (Σοφοκλής, Αντιγόνη). Γιατί είναι, πράγματι, θαυμαστή και φοβερή, από τότε μέχρι σήμερα, η  ικανότητά του να εφευρίσκει «εργαλεία» και «μηχανές» που αλλάζουν άρδην τα δεδομένα της ζωής του. Φαίνεται, όμως, πως παράλληλα και «εν αγνοία του»(;) ελευθέρωνε μηχανισμούς που έκαμναν πιο εύκολο τον εξανδραποδισμό του (πολλοί το λένε αλλοτρίωση).  Το πιο φοβερό όμως σήμερα, που μ’ αφήνει ενεό, είναι το αντικειμενικό πια (και εξακριβωμένο επιστημονικά) δεδομένο ότι η αντίληψή μου για τον κόσμο μπορεί να μεταφέρεται ως εικόνα στο «σκληρό δίσκο της διαρκούς μνήμης» (μπορεί και στην ειδική εκείνη περιοχή που την είπαν υποσυνείδητο)  με κάποιο πλάγιο τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση των αισθήσεων. Επεξεργάζομαι ακόμα το περίφημο εκείνο βελάκι που παρακάμπτει τον ευθύ δρόμο της γνώσης. Κι είναι, βέβαια, φοβερό όσο το σκέφτομαι, η εικόνα αυτή να εισχωρεί στο υποσυνείδητό μου χωρίς κάποιο υποτυπώδη λογικό έλεγχο κι από κει, πανταχού παρούσα, να καθορίζει τη συμπεριφορά μου για «τη γραβάτα που θα διαλέξω», για τα χρώματα με τα οποία θα ντύσω την Άνοιξη μου, για τις μουσικές με τις οποίες θα τα συνοδέψω, για τις ξανθιές που ενδόμυχα θα επιθυμώ υποτιμώντας ωστόσο την ευστροφία τους…, για το μνημόνιο που είναι αναγκαίο κακό και δεν πρέπει ούτε μπορώ να το αμφισβητήσω… και τα λοιπά και τα λοιπά. Ουσιαστικά είδα με άλλο τρόπο αυτό που ήδη καταλάβαινα για τις πλασματικές ανάγκες που, πρώτα, μ’ έκαναν να τις πιστέψω ως πραγματικές κι ύστερα να τις βάλω κορώνα στον κόσμο των αξιών μου  Τώρα, λοιπόν, που αρχίζω να υποψιάζομαι ότι η γνώση αυτή για τη δύναμη της «υποσυνείδητης εικόνας» είναι από καιρό το βασικό εργαλείο στα χέρια της επικοινωνιακής πολιτικής του άδικου λόγου της εξουσίας και, το ξέρω καλά, ότι μια τέτοια δύναμη εξουσιαστικής γλώσσας μπορεί να μεταβάλλει, σε αγέλες προδομένων παλιάτσων τα ανθρώπινα πλάσματα (τη στιγμή μάλιστα που αυτό μπορεί να συμβαίνει σήμερα περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, αφού σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά η εξουσία έχει μελετήσει και έχει αναγάγει σε επιστήμη αυτόν τον τρόπο διοίκησης), σηκώνω τα χέρια και σου κραυγάζω κύριε καθηγητά, ειδήμονα στοχαστή, ιθύνων νου, φιλόσοφε της ιδέας του Αγαθού και ανήσυχο πνεύμα του ανθρωπισμού:
ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ (δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την τοιούτων παθημάτων…) (κι άλλοι στοχασμοί για τη δύναμη της «υποσυνείδητης εικόνας» βασικό εργαλείο στα χέρια επικοινωνιακής πολιτικής άδικου λόγου εξουσίας με ΚΛΙΚ στην εικόνα Προμηθέα που με τη «φωτιά» του θα καίει πάσης φύσεως σκοτάδια μεσαιωνικά. ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ)


Ζητείται επειγόντως  «Προμηθέας με φωτιές» που θα καίει πάσης φύσεως σκοτάδια μεσαιωνικά! ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ!!!  
Δεν μου αρκεί που ξύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι οι σκιές που βλέπω στο βάθος της σπηλιάς δεν είναι ο αληθινός κόσμος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά είναι μόνο το πρώτο μισό βήμα. Πρέπει επειγόντως να βρω κατάλληλο κι αντίστοιχο «πρόγραμμα», (anti-Virus, antimalware),  που θα με βοηθήσει να ξεριζώσω δια παντός τους «ιούς» της σκέψης, τα έτοιμα σχήματα δηλαδή, τα στερεότυπα, τις αυθαίρετες και βεβιασμένες γενικεύσεις. Ζητείται επειγόντως  «Προμηθέας με φωτιές» που θα καίει πάσης φύσεως σκοτάδια μεσαιωνικά! Ζητείται ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ!!!  (γιατί, τελικά, όπως φαίνεται, μόνο ο Ποιητής μένει να ξεσκεπάζει τη φθορά του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος και να οραματίζεται το φως που θα φωτίζει το δρόμο των δεσμωτών του σπηλαίου και τη φωτιά του λόγου που θα καίει με τη σαρκαστική ειρωνεία το εποικοδόμημα του αντιδραστικού κοινωνικού καθεστώτος- ΒΑΡΝΑΛΗΣ βέβαια)

Θα μου πεις «τα μεγάλα προβλήματα της ζωής δε λύνονται στην επιφάνεια, αλλά μονάχα στο βυθό. Σε επιφανειακές διαστάσεις παραμένουν άλυτα» (Wittgenstein). Και στο βυθό βρίσκεται η ψυχή του ανθρώπου. Τα αίτια λοιπόν της κρίσης της γλώσσας (και της γλώσσας της εξουσίας) παραπέμπουν στα αίτια της κρίσης της παιδείας, τα οποία με τη σειρά τους παραπέμπουν στην κρίση του ανθρώπου. Ένας φαυλεπίφαυλος κύκλος, που αν κι αυτός είναι κάτω από το διακριτικό έλεγχο των διαχειριστών της εξουσίας, τη βάψαμε, κύριε καθηγητά. Λες, και πάλι, το δίκιο να είναι με το μέρος των Ποιητών; «Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί… Μετρά εκείνο που μένει. Το ίδιο που δεν βρίσκεται ποτέ μέσα στο άθροισμα. Μπορεί με ευθείες να χαράζεται ο Μεσημβρινός αλλ΄ η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες. Λιγότερο από νου και περισσότερο από χουν είναι η δεύτερη και η Τρίτη μέσα μας υπόσταση» (Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της λύπης)

(ίσως) «Υπεροψία και μέθην; Όχι όμως – μάλλον σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων»; Πάντα επίκαιρο το δίλημμα του ποιητή Φερνάζη, που επινόησε ο Καβάφης στον «ΔΑΡΕΙΟ» του, για να μας πει μ’ άλλο τρόπο εκεί, πως οι ΒΑΡΒΑΡΟΙ δεν υπάρχουν! Ήταν κι αυτοί ένα καλοφτιαγμένο ΑΛΛΟΘΙ πίσω από το οποίο κρύψαμε επιμελώς τη χρόνια αδράνεια μας, το πρόσχημα των ΜΟΙΡΑΙΩΝ που θα περιμένουν εσαεί  «άνωθεν» το Μεσσία της σωτηρίας τους. Κι έτσι η κραυγή ΚΑΘΑΡΣΗ (που λέγαμε πιο πάνω) θα παραμένει άναρθρη και χωρίς επιστροφή ήχου!!!  

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ/ συμπέρασμα Α-ΠΟΡΙΑΣ:
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί -πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους...
Αλλά οι Ποιητές, ύποπτοι θαυματοποιοί πυροβολούν τις λέξεις - και γίνονται πουλιά! Γι' αυτό, σου λέω, ας εγκιβωτιστούμε σ' ένα Ποίημα, κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο θα το βρουν ξεθωριασμένο απ' τη βροχή και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημα του (Τάσος Λειβαδίτης)

Το cogito και το άσκεπτο: ρητορικά ερωτήματα για τις λέξεις και τα πράγματα, για τον άνθρωπο και τα αντίγραφά του
Το ζήτημα πια δεν είναι με ποιο τρόπο η εμπειρία της φύσης θα γεννήσει αναγκαίες κρίσεις, αλλά πώς γίνεται και ο άνθρωπος σκέπτεται αυτό που δεν σκέπτεται, κατοικεί εκείνο που του διαφεύγει με τον τρόπο μιας βουβής κατάληψης, εμψυχώνει με μια πάγια κίνηση τη μορφή του εαυτού του που του παρουσιάζεται ως πνευματική εξωτερικότητα. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να είναι αυτή η ζωή, της οποίας το δίκτυο, οι παλμοί και η κρυφή δύναμη ξεπερνούν απροσδιόριστα την εμπειρία που του έχει δοθεί άμεσα; Πώς μπορεί να είναι αυτή η εργασία που οι απαιτήσεις της και οι νόμοι της επιβάλλονται πάνω του σαν μια ξένη βία; Πώς μπορεί να είναι το υποκείμενο μιας γλώσσας που από χιλιετηρίδες διαμορφώθηκε χωρίς αυτόν, που το σύστημά της του διαφεύγει, που το νόημα της υπνώττει με έναν σχεδόν ακατανίκητο ύπνο μέσα στις λέξεις, τις οποίες για μια στιγμή κάνει να σπινθιρίζουν με το λόγο του, και που στο εσωτερικό της από την αρχή του παιχνιδιού είναι αναγκασμένος να στεγάζει τη λαλιά του και τη σκέψη του, λες κι αυτές δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να εμψυχώνουν για λίγο έναν τομέα πάνω σ’ αυτό το υφάδι των απειράριθμων δυνατοτήτων;  [ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΩ, Οι Λέξεις και τα Πράγματα, μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …