Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ:


Στο πρώτο έτος φιλολογίας, σε μια από τις παραδόσεις της γενικής γλωσσολογίας, ένα μάθημα όαση που έπαιζε καθοριστικό ρόλο για το δαγκωτό που έριξα έπειτα στη γλωσσολογία, διδαχθήκαμε την αρχή της αυθαιρεσίας του γλωσσικού σημείου του Φερντινάντ Σωσσύρ. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, μεταξύ δηλαδή ηχητικής ακολουθίας μιας λέξης και της έννοιας της, διέπεται από αυθαιρεσία. Μ’ άλλα λόγια, η έννοια μήλο (για παράδειγμα) δεν σχετίζεται αιτιακά με την ακουστική ακολουθία μου – ι – λου – ο, γι’ αυτό και αντιπροσωπεύεται διαφορετικά ανά γλώσσες. Η γνώση αυτή θα με είχε γλιτώσει από ένα τραυματικό επεισόδιο, αν είχε εισαχθεί στις γλωσσικές μου αποθήκες κάμποσα χρόνια νωρίτερα. Και να γιατί… (Σκαμπίλι και Σωσσύρ, μια ιστορία της Ράνιας Καραχάλιου που δημοσιεύτηκε στις ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ , ένα Ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – με ΚΛΙΚ στην εικόνα παιδικού παιχνιδιού)  


Τον Αύγουστο του ’95, πέρα από τα Ιταλάκια που έρχονταν κάθε καλοκαίρι στη γειτονιά, ήρθε για πρώτη φορά ο Στέφανο, ένα μαυροτσούκαλο με μάτια καταγάλανα που δεν σκάμπαζε γρυ ελληνικά. Στο παιχνίδι, όμως, συνενοούμασταν άψογα, έδιναν κι έπαιρναν τα νοήματα και η παντομίμα. Ένα βράδυ που παίζαμε κρυφτό, μόλις ξεκίνησε το πέντε-δέκα-δεκαπέντε, ο Στέφανο κι εγώ τρέξαμε προς την ίδια μεριά και κρυφτήκαμε πίσω από ένα μηχανάκι που ’ταν πίσω από ένα τροχόσπιτο. Καθότι η κρυψώνα ήταν ολίγον τι στενόχωρη, τα γονατισμένα σώματά μας είχαν αρχίσει ελαφρώς να εφάπτονται. Μες στην ησυχία της θερινής νυκτός, ακούγονταν μονάχα το χτυποκάρδι μας κι ο γκιόνης, μέχρι που ο Στέφανο γέρνει στο αυτί μου και μου ψιθυρίζει λόγια απροσδόκητα. Ευθύς, του ρίχνω ένα σκαμπίλι λυσσασμένο, εγώ που δεν είχα σηκώσει χέρι σ’ άνθρωπο, εξόν του αδελφού μου κι αυτό πάνω σε άμυνα. Ο Στέφανο έμπηξε τα κλάματα κι εγώ έτρεξα να κλειδαμπαρωθώ στο σπίτι.

Έκανα τέσσερις ολόκληρες μέρες να βγω στη γειτονιά. Οι φίλες και γειτόνισσες πέρναγαν μπροστά από το παράθυρό μου και με φώναζαν. Σήκωνα λίγο το σκούρο, έλεγα είμαι άρρωστη και το ξανάριχνα. Τι έπαθες και χαστούκισες τον Στέφανο; πρόλαβαν να μου πουν μια μέρα. Να σας πει αυτός!.. απάντησα. Αυτός λέει δεν ξέρει, είπε η Ανδριάνα, η ξαδέλφη του που γνώριζε καλά και τις δύο γλώσσες, και μου ανέβασε το αίμα στο κεφάλι.

Την Πέμπτη μέρα εγκλεισμού, με επισκέφτηκε ο Μαουρίτσιο, ο θείος του Στέφανο. Ντεν είναι σωστά πράματα να μαλώνετε πρέπει να παίζετα, τι έγινε φα μου πεις; Μη έχοντας άλλη επιλογή, άρχισα να διηγούμαι το περιστατικό. Στο επίμαχο σημείο κόμπιασα μια, κόμπιασα δυο, την Τρίτη το ξεστόμισα. Πούτσα, μου είπε, πούτσα! Ο Μαουρίτσιο ξέσπασε στα γέλια κι εγώ τον κοίταζα αποσβολωμένη. Κι όσο εκείνος κακάριζε διπλωμένος στα δύο, τόσο προσπαθούσα να κρατήσω τις παλάμες μου να μην ξαναχειροδικήσουν. Μόλις ίσιωσε, μου εξήγησε πως πούτσα σημαίνει βρώμα στα ιταλικά, φα βρώμαγε το μηχανάκι!..

Ντροπιασμένη που ’χα ξεσηκώσει ελληνοϊταλική διαμάχη στα καλά καθούμενα, ζήτησα σκούζι από τον Στέφανο και τον πήρα να παίξουμε ειρήνη ή πόλεμο για να ξορκίσω το κακό.

Πη­γή:  Ράνια Καραχάλιου, Σκαμπίλι και Σωσσύρ - Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Ιστορίες Μπονζάι, Η αισθητική του μικρού ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα από το λογοτεχνικό περιοδικό ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ – Η Ράνια Καραχάλιου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα, αλλά ζει στην Αθήνα. Εκπονεί διατριβή στην Ανάλυση της Συνομιλιάς. Μέλος της συντακτικής ομάδας του ποιητικού περιοδικού Τεφλόν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …