Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΕΙΝΑΙ ΑΛΑΦΡΕΣ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ, ΣΤΕΓΝΕΣ ΚΙ ΑΝΑΛΑΦΡΕΣ, ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΤΟΥΝ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ…


(ακόμα κι όταν στις πετούν, δεν είναι αυτές που σε σκοτώνουν, αλλά των λιθοβολιστών το μίσος. Έχεις πεθάνει πριν σ’ αγγίξουνε οι πέτρες...)
Αν πάρουμε στα σοβαρά την Παλαιά Διαθήκη (και γιατί όχι, αφού πρόκειται για θεόπνευστο βιβλίο), ο πρώτος, παγκοσμίως, φονιάς ήταν ο τρίτος άνθρωπος που ενεφανίσθη επί Γης, δηλαδή ο Κάιν, πρωτότοκος γιος του  Αδάμ και της Εύας, γεωργός το επάγγελμα, ο οποίος εφόνευσε τον τέταρτο επί Γης άνθρωπο, δευτερότοκο γιο του Αδάμ και της Εύας, δηλαδή τον αδελφό του Άβελ, ποιμένα το επάγγελμα. Αιτία; Όσο κι αν φαίνεται γελοία, η προτίμηση του Κυρίου στα κοψίδια, που του προσέφερε ο Άβελ, και όχι στους καρπούς της γης, που του προσέφερε ο Κάιν… Έτσι, ο πονηρός αγρότης επεκράτησε του πονηρού βοσκού και, παρά το γεγονός ότι εξορίστηκε από τον Κύριο ανατολικά της Εδέμ, είναι αυτός που, με τις ευλογίες  του ιδίου Κυρίου, συνέχισε πράγματι τη διαιώνιση του φονικού είδους των ανθρώπων.
Η κατάληξή τους αυτή ήταν, βεβαίως, γραμμένη ήδη στα ονόματά τους ή στο DNA τους, όπως θα λέγαμε σήμερα. Κάιν, στα εβραϊκά, σημαίνει «απόκτημα», δηλαδή κελεπούρι, ενώ Άβελ στην ίδια γλώσσα, σημαίνει «πνοή», «μηδαμινότητα», δηλαδή αέρας, ίσον τίποτε.
Τελικά, φαίνεται ότι η ύπαρξη μας πάνω στη γη οφείλεται, αφενός, στην απάτη του Σατανά και, αφετέρου, στον αφανισμό ενός τίποτε.
Τώρα, πώς ο Κάιν, εξόριστος στη χώρα Ναιδ, ανατολικά της Εδέμ, κατάφερε προς χάριν μας να βρει γυναίκα και να τεκνοποιήσει είναι ένα ζήτημα που, επί μακρόν αλλά δίχως αποτέλεσμα, απασχόλησε και πολύ φοβούμαι ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τους ένθεους θεολόγους και τους άθεους φυσιοδίφες. Ας αφήσουμε όμως αυτούς τους κυρίους στην αέναη διαμάχη τους και ας εξετάσουμε ένα άλλο σκοτεινό και αδιευκρίνιστο ζήτημα: ποιο ήταν το όπλο με το οποίο ο Κάιν σκότωσε τον Άβελ; Η Βίβλος γράφει απλώς: και είπε Κάιν προς Άβελ τον αδελφόν αυτού, διέλθωμεν εις το πεδίον. Και εγένετο εν τω είναι αυτούς εν τω πεδίω, ανέστη Κάιν επί Άβελ τον αδελφόν αυτού και απέκτεινεν αυτόν… [για τις τρεις επικρατέστερες ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ σχετικά με το φονικό όργανο του πρώτου επί γης εγκλήματος γράφει ο Αργύρης Χιόνης στο Περί Μαχαιριών δοκίμιο του - βιβλίο ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες Τρελές Ιστορίες, εκδόσεις Κίχλη 2016 - Αποσπάσματα αμέσως παρακάτω με ΚΛΙΚ εδώ):   


ΤΡΕΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΟΡΓΑΝΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ:
Ο Θεός, που, ως τα πανθ’ ορών, ήταν αυτόπτης μάρτυς και εν συνεχεία κριτής, θεώρησε περιττό να ενημερώσει τον θεόπνευστο συγγραφέα της Γεννέσεως σχετικά με το όργανο του εγκλήματος. Δεν μας απομένει, ως εκ τούτου, παρά να κάνουμε διάφορες υποθέσεις, ξεκινώντας από το γεγονός ότι τα δύο αυτά αδέλφια ήσαν πολύ, αφάνταστα πολύ πρωτόγονα και, συνεπώς, ήταν αδύνατο να κατέχουν οποιαδήποτε οπλική τεχνογνωσία. Από τις διάφορες, λοιπόν, υποθέσεις, τρεις  είναι οι επικρατέστερες:

ΠΡΩΤΗ: Ο Κάιν χρησιμοποίησε ως όπλο τα χέρια του, δηλαδή στραγγάλισε τον αδελφό του. Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, αλλά χωλαίνει ως προς το ότι αυτός ο τρόπος δολοφονίας λαμβάνει χώρα εν βρασμώ ψυχής και κατόπιν πάλης. Το έγκλημα όμως του Κάιν ήταν σαφώς προμελετημένο («Πάμε μια βόλτα στα χωράφια», είπε στον Άβελ και, βέβαια, δεν είχε κατά νουν να μαζέψουν μαζί λουλούδια),ο δε Άβελ, ως ποιμήν το επάγγελμα, πρέπει να ήταν εξίσου δυνατός με τον αδελφό του, αν όχι δυνατότερος από αυτόν, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να αντιστρέφονταν οι όροι θύτη και θύματος.

ΔΕΥΤΕΡΗ: Ο Κάιν είχε κρύψει, μέσα στα χόρτα ή στις  καλαμιές, μια κλάρα από δένδρο και, δοθείσης της ευκαιρίας, την άρπαξε και βάρεσε κατακέφαλα τον αδελφόν αυτού.
Εδώ, ωστόσο, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι τα κρανία εκείνων των πολύ πρωτόγονων ήταν πολύ πιο σκληρά από τα δικά μας, που τσακίζονται, με το παραμικρό, σαν αυγότσουφλα. Οπότε, και σ’ αυτή την περίπτωση, μετά από μια παροδική ζάλη, θα είχαμε πάλη, με αμφίβολο πάλι αποτέλεσμα. 

ΤΡΙΤΗ: Ο δολοφόνος είχε σκεφτεί να στραγγαλίσει το θύμα του, έχει επίσης, καλού κακού, κρύψει μια κλάρα μέσα στα χόρτα ή μες στις καλαμιές, αλλά, καθώς βαδίζουν στα χωράφια, σκοντάφτει σε μια μεγάλη, ιδιαίτερα αιχμηρή κοτρώνα, που του πληγώνει το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ή (αδιάφορο) του αριστερού ποδιού. Το σωρευμένο στην ψυχή του μίσος, ο πόνος απ’ το πληγωμένο πόδι και το αίμα που τινάζεται απ’ την πληγή ακυρώνουν την προμελέτη και προκαλούν σφοδρό βρασμό ψυχής. Σκύβει, λοιπόν, χωρίς δεύτερη σκέψη, αρπάζει τη βαριά και αιχμηρή κοτρόνα, την σηκώνει ψηλά, την κατεβάζει με τρομερή δύναμη και συνθλίβει, εκ των όπισθεν, το κρανίο του προπορευόμενου, αμέριμνου αδελφού του.

Η Τρίτη αυτή υπόθεση, είναι κατά την άποψή μου, , η πιο κοντινή στην αλήθεια. Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσω ότι μεροληπτώ, κατά κάποιον τρόπο, υπέρ αυτής, καθότι υπηρετεί, περισσότερο απ’ τις άλλες δύο, την πρόθεσή μου να μιλήσω για τα μαχαίρια –εργαλεία και όργανα φονικά, άγνωστα τότε, πασίγνωστα σήμερα- η βιομηχανία των οποίων  αρχίζει από τη Λίθινη Εποχή, μια εποχή δηλαδή πολύ, μα πάρα πολύ μεταγενέστερη από εκείνη των πρωτοπλάστων και των δευτεροπλάστων, η οποία εντούτοις, αν η πεποίθησή μου ότι ο Κάιν σκόνταψε πάνω σ’ ένα αιχμηρό κερατόλιθο ή πυριτόλιθο είναι βάσιμη, αξιοποίησε εκείνη την εν βρασμώ ψυχής εφεύρεση του πρώτου φονιά, αφού τα πρώτα μαχαίρια κατασκευάστηκαν από κερατόλιθο ή πυριτόλιθο ή silex, όπως τον αναφέρουν σήμερα στις προθήκες των Μουσείων με σχετικά εκθέματα. Με άλλα λόγια, αυτές οι δύο, τόσο απομακρυσμένες μεταξύ τους, εποχές συνδέονται με άρρηκτους δεσμούς αίματος…
[απόσπασμα από το ΠΕΡΙ ΜΑΧΑΙΡΩΝ δοκίμιο/αφήγημα του Αργύρη Χιόνη, που περιέχεται στο βιβλίο του ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ 2016]

ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ (για να διαλέξεις πια θα ρίξεις πίσω ο αναμάρτητος…)


Η πέτρα που κάποιος έριξε πίσω του και κάποιος άλλος μάζεψε για να χτίσει ένα σπίτι
Οι πέτρες που αλέθουνε τις νύχτες το μυαλό, που κονιορτοποιούν τα όνειρα κι όταν ξυπνάς την άλλη μέρα δεν θυμάσαι παρά μιαν άσπρη σκόνη
Η πέτρα θεμέλιο της σιγουριάς
Η πέτρα που σπάει το τζάμι της φρονιμάδας
Η πέτρα ανάμεσα στα δόντια
Η πέτρα στα νεφρά
Η πέτρα στην καρδιά
Η πέτρα με μια καρδιά σκαλισμένη πάνω της
Η αναίσθητη πέτρα που γίνεται κόρη όλο αίσθημα στα χέρια του γλύπτη
Η πέτρα στο λαιμό του απελπισμένου
Η πέτρα στο πόδι του βουτηχτή
Η πέτρα η τετράγωνη για χτίσιμο
Η πέτρα η στρογγυλή για χάδι
Η πέτρα η ά-σχημη για κλότσημα
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό του Ισαάκ
Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό της Ιφιγένειας
Η πέτρα βωμός βαμμένη μ’ αίμα αθώων ανθρώπων ή ζώων πιο αθώων ακόμα μια κι έπρεπε αθώους ν’ αντικαταστήσουμε ανθρώπους
Η πέτρα της ενοχής των θεών
Η πέτρα που ρίχνει πρώτος ο αναμάρτητος κι επιστρέφει στο μέτωπό του
Η πέτρα που χτυπάει τον αμαρτωλό κι είναι αυτή που ματώνει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και ξαναπέφτει
Η πέτρα που πετάς ψηλά και δεν ξαναπέφτει
Η πέτρα της σφεντόνας που σκοτώνει το πουλί
Η πέτρα της σφεντόνας που γίνεται πουλί και χάνεται
Η πέτρα στην έρημο
Η πέτρα στον έρημο γιαπωνέζικο κήπο
Η έρημη πέτρα στον πράσινο κήπο
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγημένος και πιάνεται απ’ τον κυνηγό
Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγός
Η πέτρα που πάνω της δεν σκοντάφτει κανένας και βλέπει να περνάνε ο κυνηγημένος κι ο κυνηγός
Η πέτρα που ήταν άνθρωπος που πέτρωσε
Η πέτρα που ήταν λάβα που πέτρωσε
Η πέτρα προσφάι των νεκρών
Η πέτρα προσκέφαλο των νεκρών
Η πέτρα κουβέρτα των νεκρών
Η πέτρα διαβρωμένη αργά-αργά απ’ τη βροχή
Η πέτρα θρυμματισμένη ξαφνικά απ’ το φουρνέλο
Η πέτρα στα χείλια του πηγαδιού
Η πέτρα στον πάτο του κόσμου
Η πέτρα που βρήκε κατακούτελα το φεγγάρι κι έχυσε όλο το αίμα του
Οι πέτρες που ακολουθούσαν τον Ορφέα
Οι πέτρες που κυνηγούσαν τον Ορφέα
Οι πολύτιμες πέτρες φυλακισμένες σε χρηματοκιβώτια ή δεμένες σε δαχτυλίδια
Οι ευτελείς πέτρες ελεύθερες στους δρόμους
Η πέτρα βουνό κι η αδελφή της η πέτρα κόκκος άμμου
Η πέτρα που πετάς στη λίμνη για να δεις τους κύκλους που θα γράψει στο νερό και τη βυθίζεις για πάντα
Η πέτρα που πρασινίζει απ’ τα μούσκλα κι ονειρεύεται πως έβγαλε ρίζες
Η αλαφρόπετρα που κάνει την πέτρα αλλά επιπλέει
Η πέτρα ανερμήνευτος χρησμός
Η βουβή πέτρα
Η πέτρα που κάποτε μίλησε κανείς δεν την κατάλαβε και δεν ξαναμίλησε
 [ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, ΠΕΤΡΕΣ από τη συλλογή ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 -  ARTWORK: Paul Bond]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …