GAME OVER


Ο πρίγκιπας, η ξυπόλυτη γκόμενα κι ο κλέφτης που χάνει τις γόβες σ’ ένα παιχνίδι που τρέχει στο χρόνο

Ο πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Και τότε δυο πόδια με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν όπως ένας Dalton με γόβες…  Και οι τρεις όμως ξέρουν από πριν ότι στις δώδεκα ακριβώς το παιχνίδι τελειώνει


Και οι τρεις ξέρανε από πριν, ότι στις δώδεκα το παραμύθι τελειώνει και η γυαλιστερή λίμο θα μεταμορφωθεί σε γαϊδούρι. Κι η Γκόμενα ανέβηκε πρώτη πάνω πετώντας τις γόβες στο δρόμο. Πες το χυδαιότητα, πες το αμαρτία. Όπως κι αν το πεις, ένα είναι σίγουρο. Πως όταν η Γκόμενα πετάξει τα γοβάκια της ενισχύει τον ρόλο του πρίγκιπα – κάτι σαν διαμαρτυρία. 
- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;
Ο Πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες. Αφόρητες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Χιλιάδες δάχτυλα ποδιών, όπως τα πόδια μιας αράχνης, κοιτάζουν τον Πρίγκιπα, του κλείνουν το μάτι και του λένε προκλητικά: «Έλα». 
Ένα μεθύσι απίστευτο ξεκινά κάπου εδώ στην ιστορία.
- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;
Τα μάτια του Πρίγκιπα γυαλίζουν κι η λάμψη δεν τον αφήνει να εστιάσει στα υποψήφια πόδια. Τώρα η αράχνη παίζει μαζί του, τον χαϊδεύει, τον γαργαλάει, τον τσιμπάει κι αυτός μεθάει όλο και πιο πολύ κι αφήνει την τσάντα με τις γόβες εκεί κάτω που τις άφησε κι η Γκόμενα.
Και τότε δυο πόδια, με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν. Όπως ένας Dalton με γόβες. 
Τρέχει. Τρέχει να προλάβει να εξαργυρώσει έστω τη μία για να ’χει να ζήσει το υπόλοιπο. Τρέχει απέναντι στο χρόνο. Κι ο χρόνος τρέχει μαζί του. Τρέχει όλο και πιο πολύ. Τρέχει να ξεχάσει. Τρέχει να προδώσει. Τρέχει να ματώσει. Τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει…
- Πόσες ώρες μένουν ακόμη; 
Τρέχει και ρωτάει τους περαστικούς που δεν υπάρχουν. Τρέχει και φωνάζει στους περαστικούς. Τρέχει. Τρέχει. Τρέχει. Βρέχει. Κι είναι δύσκολο να τρέξει τον βρεγμένο δρόμο πάνω σε δυο γόβες. Αρχίζει να λυπάται που ο χρόνος τρέχει και τελειώνει. Θέλει να κρατήσει την τελευταία άμμο της κλεψύδρας στα χέρια του, να την κάνει ό,τι νομίζει αυτός καλύτερο. Κι εκείνη τη στιγμή μια λίμο πετάει λασπόνερα έτσι όπως πήρε την στροφή και τον κάνει μούσκεμα από πάνω μέχρι κάτω. 
Η αράχνη ακόμα χαϊδεύει τον πρίγκιπα.
- Έμεινε καθόλου χρόνος; 
---GAME OVER---
Ο Πρίγκιπας δέχεται να πιεί το δηλητήριο της αράχνης μέχρι τέλους.
Ο Κλέφτης χάνει τις γόβες.
Η Γκόμενα καλπάζει πάνω στο ζώο ευχαριστημένη όσο ποτέ, τώρα που τα ξυπόλυτα πόδια της ταιριάζουν με τον γάιδαρο.

[ΠΗΓΗ:  Πέτρος Βερβερής, ΝΤΟΥέΝΤΕ http://duendemagazine.gr/ ]

για την αντιγραφή: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …