ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ Η ΩΡΑ ΠΟΥ Ο ΝΟΥΣ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ ΚΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΩΡΑ ΟΛΑ ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΚΙ ΟΛΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΤΕ: 

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του… Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε. Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.  [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Ο Εχθρός του Ποιητή, Εκδόσεις Κέδρος 1990 ART by  

Η Τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από το Θεό… Η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία… Κι εγώ που ήμουν Ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές, τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους

Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου Ποίημα
Η Κυβέλη με αγιότητα. Με βούρκωμα μαρτυρικής μέριμνας και πίστης για τους ανθρώπους. Είπε τρέμοντας από καλοσύνη η τέχνη είναι ό,τι απέμεινε από τον Θεό. Ας αφήσουμε λοιπόν τους ανθρώπους να έρθουν μόνοι τους προς αυτήν. Είμαι ποιητής και είμαι τριάντα επτά χρονών. Με λεν Κωνσταντίνο Λάιο. Η Κυβέλη είναι η δίδυμη αδελφή μου. Θα έρθουν! λέει η Κυβέλη ευτυχισμένη. Ο αιώνας θα αγιασθεί από την τέχνη κι ο κόσμος όλος θα αισθανθεί το μεγαλείο της και μονάχα εγώ απ’ όλους τους ανθρώπους. Μονάχα εγώ την τελευταία ημέρα θα το ακούσω να δύει για πάντα εκείνο το μικρό λυπημένο σου ποίημα. Σ’ αυτήν την ηλικία που έφτασα με κόπους θανάσιμους με αρρώστιες βαρειές. Σηκώθηκα πολύ πρωί κι είπα μ’ απελπισμένη ικεσία τελειώσαν πια για πάντα για μένα τα φυσικά πράγματα. Από σήμερα θα ζήσω περιμένοντας το υπερφυσικό.


Τότε συνέβησαν δυο υπερφυσικά γεγονότα. Το πρώτο έγινε σε μια εξοχή της Βοιωτίας. Ο καιρός ήταν βροχερός και ξαφνικά είδα επάνω σ’ έναν χαμηλό λόφο. Η μορφή του σκοτεινή όπως η γη ένας άνθρωπος όρθιος κι ασάλευτος. Στραμμένος προς εμένα ένας κουρασμένος άγνωστος πολεμιστής. Ντυμένος με μυθική μαύρη σιδερένια στολή φαινόταν τεράστιος. Αλλά ήταν εκεί για μένα κι αισθάνθηκα πως εγώ ήμουν η αιτία που ήταν πολεμιστής. Ξαφνικά σήκωσέ το πρόσωπό του προς τον ουρανό κι ούρλιαξε με μια φωνή που δεν ήταν ανθρώπινη. Ύστερα λύγισε απότομα στα δυο υποφέροντας από τρομερό πόνο. Ξεκίνησα να πάω προς το μέρος του. Έφτασα εκεί με αγωνία κλαίοντας από την ταραχή. Εκεί αντίκρισα ένα θέαμα αποτρόπαιο. Ένα σκοτωμένο πελώριο αγριογούρουνο κειτόταν εκεί όπου στεκόταν ο ουράνιος πολεμιστής. Μαύρες χοντρές τρίχες σκέπαζαν το άψυχο σώμα του. Από κάπου κοντά ακούγονταν οξείες οιμωγές μικρών γουρουνιών που ήταν τα παιδιά του. Πάνω από το νεκρό ζώο έσκυβαν τρεις άθλιοι άνθρωποι. Έμοιαζαν με παλιούς Έλληνες. Ντυμένοι με φαρδιές γκρίζες καμπαρτίνες που φορούσαν οι μικροαστοί του πενήντα. Μονάχα ο τρίτος ήταν τυλιγμένος με μια τριμμένη στρατιωτική κουβέρτα με φθαρμένα γράμματα κεντημένα καλλιγραφικά ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. Οι άλλοι δυο είχαν σφιχτά δεμένη την ζώνη της καμπαρτίνας τους. Φορούσαν βρώμικα άσπρα πουκάμισα και πλεχτές νάιλον μαύρες γραβάτες. Θύμιζαν τους πεινασμένους Έλληνες δημόσιους υπάλληλους μετά την Κατοχή. Αλλά καταγίνονταν με έργα φριχτά. Ο ένας με το δείχτη του προσπαθούσε να ξεριζώσει τα θολά μάτια του ζώου. Έμπηγε το δάχτυλο του μέσα στην κόγχη και το στριφογύριζε κυκλικά για να ξεκολλήσει τον βολβό με το νύχι του. Ο άλλος έχωνε τα χέρια του μέσα στο μαχαιρωμένο ανοιγμένο κουφάρι. Τραβούσε την καρδιά και με τα δυο χέρια. Έσπαγε τεντώνοντας με δύναμη τις ασημένιες αορτές σα να κλάδευε απόκοβε την καρδιά από λασπωμένους με αίμα θάμνους. Ο τρίτος με την στρατιωτική κουβέρτα είχε κολλήσει το στόμα του στο μισάνοιχτο στόμα του ζώου. Σα να το φιλούσε και κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι του για να πάρει αναπνοή και πάλι ξανάσκυβε κι έγλειφε και φιλούσε το αποκρουστικό ρύγχος και κατάπινε τα πηχτά ματωμένα σάλια.

Το άλλο υπερφυσικό γεγονός ήταν ο ερχομός της Κυβέλης. Αλλά δεν ήταν φυσικός ερχομός. Η Κυβέλη είχε οριστικά εγκαταλείψει την Ελλάδα. Είχε παντρευτεί πριν δεκαοκτώ χρόνια έναν ξένο τον Yannic Kerjean. Δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια στην Ελλάδα. Όμως ξαφνικά την είδα ξυπνώντας. Καθόταν στα πόδια του κρεβατιού και ενώ ήξερα πως δεν μπορούσε να είναι η δικιά μου Κυβέλη και παρόλο που καταλάβαινα πως δεν ήταν όνειρό μου ή μια παραίσθησή μου. Ήταν αυτή η ίδια ζωντανή. Η πραγματικότητα του απρόοπτου ερχομού της δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματικότητα της ισόβιας αυτοεξορίας της, της ορκισμένης απουσίας της. Ούτε ένα γράμμα δεν έχουμε ανταλλάξει. Μένει μόνιμα στο χωριό Henvic της Βρετάννης είναι η πατρίδα του Kerjean. Το σπίτι τους είναι ένα μεγάλο διώροφο πρεσβυτέριο και ονομάζεται Ty Croas σπίτι του σταυρού. Επειδή έξω από την πόρτα του κήπου υπήρχε ένας μεγάλος σταυρός από γρανίτη. Ο θείος του Yannic ήταν chanoine. Δεν έκαναν παιδιά. Η μητέρα Ευρυδίκη δεν ήθελε αυτόν το γάμο. Έπεσε να πεθάνει. Ολοφυρόταν τις νύχτες και καταριόταν τον Yannic. Αυτόν τον ξένο και για τη μητέρα Ευρυδίκη όποιος δεν ήταν Έλληνας ήταν κακός και ανάξιος. Ήξερε όπως κι εγώ το ήξερα πως ποτέ δεν θα ξαναγυρνούσε.

Όμως εγώ την έπεισα με τα καλά μου όνειρα τα λαμπερά προαισθήματα που τάχα είχα. Γιατί η μητέρα Ευρυδίκη πίστευε στους πειραματισμούς. Στο τέλος υποτάχθηκε ότι αυτή ήταν η μοίρα της ακριβής της κόρης και τίποτε δεν θα την άλλαζε. Όταν την παρηγόρησα ότι εγώ θα την ξαναέφερνα πίσω αν την αποζητούσε. Η μητέρα Ευρυδίκη με κοίταξε με μίσος μου είπε δεν ξέρω γιατί. Αλλά αισθάνομαι ότι εσύ φταις για όλα. Για όλα! όσα μας έτυχαν για ό,τι μας μέλλεται ακόμα. Μακάρι εσύ να έφευγες και να μην ξαναγυρνούσες. Μακάρι εσύ να πέθαινες αντί για την Κυβέλη. Γιατί η Κυβέλη πέθανε πια για μένα κι ούτε και πεθαμένη δεν θα την ξαναδώ. Είχε δει ότι εγώ ήθελα να φύγει για πάντα η Κυβέλη να μην την ξαναδώ ποτέ. Επειδή η Κυβέλη με λάτρευε και με προστάτευε όσο κανείς στον κόσμο.

Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του
Κι εγώ που ήμουν ποιητής ήξερα πόσο οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους. Τους διεκδικούν από το μοναδικό ον που έχουν ανάγκη οι ποιητές. Τον άγνωστο κι αθέατο μάρτυρα της ζωής τους. Αυστηρός κι ως το τέλος βουβός τον αισθάνομαι να με παρακολουθεί από παντού. Γνωρίζει όλα τα πράγματα της ζωής μου ορίζει την ποίησή μου. Μονάχα αυτός μπορεί να επέμβει. θα φανερωθεί ξαφνικά την ώρα που θα κινδυνεύει η ζωή μου την ώρα Που ένα χάλκινο ποίημα να μπηχτεί κάτω απ’ την καρδιά μου. Μονάχα αυτός έδινε αξία στη ζωή μου και ακοίμητος παραμόνευε το έργο μου. Περιφερόταν στα σύνορα της ζωής μου και εγγυότανε για τη δραματικότητά της την επικύρωνε.

Γιατί η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή όχι στην ποίησή του. Καμιά μου κίνηση κανένας λόγος μου κι ο πιο καθημερινός κι ασήμαντος η ανάσα μου καμιά απολύτως στιγμή μου δεν θα ζούσε. Δεν θα υπήρχε αν εκείνος απέσυρε το βλέμμα του από επάνω μου αν έχανα την προσοχή του. Σ’ αυτόν τον ακούραστο θεατή μου χρωστάω ό,τι είμαι και δεν είμαι. Το ότι είμαι. Δεν έχει κανένα συναίσθημα για μένα κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο γιατί είναι αλήθεια. Γιατί εγώ δεν θέλω να μ’ αγαπούν δε θέλω να με τιμάν. Θέλω να με λυπούνται με μιαν αναίσθητη. Παγωμένη λύπη που ισοδυναμεί με γνώση. Γιατί ο νους είναι το παν και η ψυχή μας σε τίποτα δεν φταίει για τίποτα δεν είναι ικανή.

Υπάρχει μια αυτόνομη λειτουργία τρόμου μέσα στο νου μας και από αυτήν παίρνει η ψυχή μας και πλάθει τους φτωχικούς εφιάλτες της. Αφηγήθηκα στην Κυβέλη τον εφιάλτη που με ξύπνησε. Πολλές φορές τον έχω ξαναδεί αυτόν τον απλοϊκό κοινό εφιάλτη. Ότι κοιμόμουν με το πρόσωπο στον τοίχο. Μέσα στο άδειο άγνωστο δωμάτιο ενός χωριάτικου σπιτιού όπου με είχε πάει ο ύπνος. Όλα μου τα όνειρα συμβαίνουν σε άγνωστα ελληνικά χωριά. Κάνει πολύ κρύο κι έξω οι δρόμοι είναι ποτάμια λάσπης. Σημαδεμένοι από ρόδες κάρων και λάστιχα τρακτέρ. Ένας άνθρωπος ήταν στο δωμάτιο με πλησίαζε αργά και αθόρυβα. Παράλυτος δεν μπορούσα να γυρίσω να τον δω. Αλλά ήξερα ότι με πλησίαζε το πιο τρομαχτικό πλάσμα του κόσμου.
Το πιο τρομαχτικό πράγμα είναι μαζί και γελοίο. Το γελοίο είναι η φοβερότερη ιδιότητα του τρομαχτικού. Έπρεπε να γυρίσω να δω και με προσπάθεια υπεράνθρωπη γύρισα το κεφάλι. Ένιωσα να τρίζουν και να σπαν οι σπόνδυλοι του τραχήλου μου και τον είδα. Αλλά είχε σκεπασμένο το κεφάλι του κι έκρυβε το πρόσωπό του. Φορούσε μια μεγάλη χαρτοσακούλα από χοντρό πρόστυχο χαρτί που τυλίγουν τα κρέατα και δεν μπορούσα να δω το πρόσωπό του.  Αλλά φαντάστηκα ότι το πρόσωπό του. Θα ήταν ένα κομμάτι κρέας ζωντανό κι εκεί που με ρουφούσε η κινούμενη άμμος ενός ανυπόφορου κινδύνου ο νους μου πάλι με τράβηξε έξω στην επιφάνεια. Ξύπνησα χωρίς ν’ αναγνωρίσω αυτόν που θέλει χυδαία και γελοία να με τρομάξει.
Η Κυβέλη μίλησε καθησυχαστικά αλλά η φωνή της είναι στεγνή και αδιάφορη κι η τρυφερότητά της γίνεται σκληρή. Τότε για πρώτη φορά πρόσεξα ότι είχε σκεπασμένο το ένα μάτι της με ένα μαύρο στρογγυλό κάλυμμα που έδενε πίσω απ’ το κεφάλι της. Εγώ σαν μάνα σ’ αγαπώ και σε φυλάω απ’ το κακό είπε αυτήν την στερεότυπη φράση χωρίς κανένα αίσθημα και συνέχισε με μονότονη ξένη φωνή βγαίνω τις νύχτες. Γυρνάω να βρω τους εφιάλτες σου. Τους ξετρυπώνω τους σέρνω έξω από τις ακάθαρτες φωλιές τους. Τους παίρνω στον δικό μου ύπνο κι εκεί τους σκοτώνω. Εξαιτίας σου τα όνειρά μου σάπισαν μέσα στο αίμα τους λέει η Κυβέλη με μνησικακία.

Τον είδα αυτόν με την κουκούλα. Τον κυνήγησα ανάμεσα σε ερειπωμένα σπίτια γκρεμισμένα από πολύ καιρό. Με άγριες αυλές χορταριασμένες με πολλές συκιές. Τον συνάντησα να κάθεται καταγής στην παραλία μπροστά σε μια θάλασσα γεμάτη αχινούς. Μου φάνηκε πως ήταν στο Καστελλόριζο.. Έσκυψα από πάνω του κι άπλωσα το χέρι μου. Να τραβήξω την κουκούλα αλλά εκείνη τη στιγμή. Άκουσα κάτι σαν λυγμό να βγαίνει πνιχτός μέσα από κείνο το χαρτί και τότε αισθάνθηκα. Πώς ήταν ένα πολύ λυπημένο πλάσμα. Αποτράβηξα το χέρι μου δεν τον ακούμπησα. Τον λυπήθηκα περισσότερο απ’ ό,τι λυπάμαι εσένα. Λυπήσου τον κι εσύ ξαφνικά άλλαξε η φωνή της Κυβέλης κι έγινε ήσυχη και καρτερική. Μ’ αγκάλιασε και τώρα ήταν ξανά η Κυβέλη που ήξερα να λυπάσαι τους φόβους σου. Ποτέ μην τους ξεσκεπάσεις λυπήσου τους αγάπη μου. Άκουσέ τους πως κλαιν όλη τη νύχτα κι ολόκληρο το όνειρο τραντάζεται από το κλάμα τους.

Τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ
Η ιστορία της Ελένης Ξένου. Στεκόταν εκεί ακίνητη στο άνοιγμα της πόρτας κι η ομορφιά της ήταν κι αυτή άνοιγμα απ’ όπου ήθελαν να περάσουν όλα όσα είχα ζήσει ως εκείνη τη στιγμή. Η Ελένη Ξένου άρχισε να μου μιλά κι εγώ την έβλεπα και την άκουγα και καταλάβαινα αμέσως το νόημα από τα λόγια της σχεδόν πριν τα προφέρει κι ήταν σαν να της υπαγόρευα εγώ ό,τι η ίδια έλεγε και διεπίστωνα ακόμα μια φορά πως τίποτε δεν υπάρχει και δεν υπήρξε τίποτε παρά μονάχα ό,τι εγώ πρόλαβα να σκεφτώ. Και με ό,τι εσκέφτηκα στήριξα τον κόσμο και κάθε φορά τον έσωζα κι έλεγα με την αγωνία της εσχάτης σωτηρίας ευτυχώς πρόλαβα και το σκέφτηκα και το σκέφτηκα και το θυμήθηκα αυτό και το έζησα γιατί αν δεν προλάβαινα τότε δεν θα υπήρχε.

Υπάρχει μονάχα η ώρα που ο νους αισθάνεται κι αυτή την ώρα όλα ανοίγουν και όλα κινδυνεύουν να μην έχουν υπάρξει ποτέ. Άκουα τα λόγια της να έρχονται απ’ αλλού πολύ μακριά από το στόμα της κι από το πρόσωπό της και σκέφτηκα πως μερικές φορές φαίνονται καθαρά οι διαφορετικές φάσεις των πραγμάτων. Υπάρχει ένας αδιανόητος δύσμορφος σκελετός ζωής που συγκρατεί τα πράγματα και τυχαία. Ανεξήγητα τα συνδέει το ένα με το άλλο και καθώς την άκουγα και την έβλεπα ανακάλυπτα με έκπληξη πόσο απέχει το πρόσωπο από την ίδια τη μιλιά του και πρώτη φορά εσκέφτηκα πως άλλος ήχος. Άλλη φωνή κι άλλη ομιλία ταίριαζαν στο πρόσωπο του ανθρώπου. Η Ελένη Ξένου έλεγε με χαμηλή και σταθερή φωνή πως έπαιζα.

Πείτε μου τι ρόλο έπαιξα εγώ στη ζωή σας; Τίποτε δεν υπήρξατε για μένα και κανένα ρόλο δεν είχα την πρόθεση να παίξω και μάλιστα. Έναν ρόλο τόσο σημαντικό όπως σχεδόν εξοργισμένος. Απελπισμένος φωνάξατε ότι είχα παίξει κι ακόμα αφήσατε να φανεί μιλώντας μου κοιτώντας με με τ’ ανυπόφορα μάτια σας. Θελήσατε να κατηγορήσετε απερίφραστα κάποιον. Σιχαίνομαι τους ανθρώπους είναι όλοι τους άνανδροι και δειλοί. Υπαινιχθήκατε ότι ευθυνόμουν για κάποιο ακατανόμαστο έγκλημα που διέπραξα καταστρέφοντάς σας. Για το οποίο όμως εσείς ήδη και με μεγαλοψυχία με είχατε ήδη αθωώσει καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσαν να έχουν γίνει αλλιώς τα πράγματα. Αυτή ήταν η αγαπημένη σας φράση και μ’ αυτήν πάντα κλείνατε τα λόγια σας και μ’ αυτήν αθωώνατε τους πάντες και προπαντός τον εαυτό σας αθωώνατε για την πιο απάνθρωπη πράξη σας. Αν είστε εσείς ικανός για απάνθρωπες πράξεις γιατί ασφαλώς δεν είστε. Έτσι απαλλάξατε κι εμένα πως δεν ήταν δυνατό εγώ να ήμουν αυτή που προκάλεσε την καταστροφή σας. Αλλά ότι εγώ απλώς συνόψιζα. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιήσατε συνόψιζα.
Πόσο κωμικές μου φαίνονταν πάντα οι εκλεκτές σας λέξεις. Συνόψιζα είπατε όλους σας τους θανάτους και ότι εγώ. Η σχέση σας μαζί μου επαναλάμβανε όλους τους προηγούμενους θανάτους σας και ήταν σαν εγώ να τους είχα συγκεντρώσει και να σας είχα καταφέρει το καίριο χτύπημα. Omnia vulnerant ultimum necat. Και φυσικά δεν θα μπορούσαν να έχουν γίνει διαφορετικά τα πράγματα. Αλλά για ποια πράγματα για ποια σχέση μιλάτε. Αφού εγώ δεν έχω και ποτέ δεν είχα καμμία σχέση με σας και είναι βέβαια αδύνατο να υπάρχουν πράγματα που κοινά μας αφορούν εμάς τους δύο. Τίποτα και το πιο ασήμαντο το πιο τυχαίο δεν θα μπορούσε να μας ενώσει εμένα κι εσάς κι εγώ με κάθε τρόπο σας απέφυγα από την αρχή το ξέρετε καλά. Το είχατε κι εσείς από την αρχή αποδεχθεί κι είχατε αντιληφθεί το λόγο.

Ότι από την πρώτη στιγμή που σας αντίκρισα ένοιωσα για σας απέχθεια. Αντιπάθεια και κατάλαβα από την πρώτη κιόλας στιγμή πως τίποτε καλό. Ούτε καν. Τίποτα απολύτως δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ εμάς τους δυο κι αν θέλετε κι αν σας αρέσουν όπως σε όλους σας οι ηλίθιες αιτιολογήσεις. Σαν να έχουν καμιά σημασία οι αιτίες ενός γεγονότος την ώρα που το γεγονός αυτό θανατώνει μας έχει κιόλας θανατώσει. Θεωρήστε λοιπόν πως αυτή η τελεσίδικη βεβαιότητα μου από την αρχή γι’ αυτό το αμετάκλητο τίποτε γέννησε την αποστροφή μου για σας.

Πρώτη φορά στην ζωή μου τα συναισθήματά μου για τον άλλον υπήρξαν από την αρχή τόσο κατασταλαγμένα και αναπότρεπτα. Σαν να είχα κιόλας ζήσει μαζί σας την πιο έντονη σχέση και είχα βγει από αυτήν πληγωμένη αλλά και πάλι προσέξτε. Μη φανταστείτε κάτι υπερβολικό ή αβυσσαλέο που τάχα βαθιά με τάραξε κι ύστερα εκδηλώθηκε ανεστραμμένο. Μεταμορφωμένο σ’ αυτή την αποστροφή κι ότι ίσως εγώ είχα προσέξει ραγδαία κι είχα από πριν ζήσει την ιστορία μας βαθιάς μας σχέσης αφού απ’ όλες τις σχέσεις και τις πιο ιδανικές βγαίνουμε στο τέλος προδομένοι βρωμισμένοι. Σας βεβαιώνω τίποτε τέτοιο δεν συνέβη αν και δεν είναι ακριβώς αποστροφή είναι μίσος.
Με ήρεμο με ατάραχο. Με καλό μίσος σας εχθρεύομαι. Σας μισώ. Θέλω να πεθάνετε. Αυτήν την στιγμή τώρα. Μπροστά μου! φώναξε η Ελένη Ξένου με λύσσα κι έτρεμε κρατήθηκε στο κούφωμα της πόρτας κάτωχρη. Είπε γελώντας αυτήν την παραφορά περιμένετε ίσως από μένα για να σκεφτείτε κάποιον δαιμονικό έρωτα που έχω για σας. Μην το κάνετε σας προειδοποιώ και μη με ρωτήσετε περισσότερα. Δεν υπάρχουν. Κρατήστε αυτήν την μόνη αλήθεια. Πόσο ανίκανο πόσο ακίνδυνο είναι για σας αυτό το μίσος και πόσο άτονο και φυσικό για μένα. Πιστέψτε με. Εγώ ξέρω.

Ισχυροί άγνωστοι αποφασίζουν για τα αισθήματά μας και η υπόδουλη ψυχή μας τα εκτελεί.
Και μη μου καταλογίσετε αλλόκοτες θηλυκές νευρώσεις. Δεν έχω σκοτάδι εγώ. Ολόκληρη είμαι στο φως κι ίσως αυτό να σας γοήτευσε σε μένα όμως για μένα αυτή είναι η λέπρα μου ότι το φως. Θεέ μου το φως μ’ έχει όλη διαπεράσει και δεν υπάρχει για μένα στον κόσμο σκιά. Να προστατευθώ από αυτό το ανευλαβές φως που πέφτει διαρκώς επάνω μου και διαρκώς αισθάνομαι τα μάτια μου να λείπουν. Αλλά και πάλι μην υποθέσετε ότι τώρα εδώ μπροστά σας στέκομαι και σας εξομολογούμαι σας εμπιστεύομαι. Πραγματικά δικά μου μυστικά κι ανομολόγητα και πώς θα μπορούσα αφού κανέναν άνθρωπο δεν το θεωρώ. Δεν σας θεωρώ άξιο καμιάς εμπιστοσύνης. Σας παρακαλώ υπολογίστε την τρυφερότητα των μισητών μου λόγων και υποδεχθείτε ψύχραιμα την αβλαβή κακία μου για σας που δεν σημαίνει παρά την απαγόρευσή μου να αισθανθείτε το παραμικρό για μένα και να το απαιτήσετε ακόμα κι αν δεν το απαιτήσετε φανερά.

Πάντα οι άλλοι μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Με τη βία μας αναγκάζουν να αισθανθούμε. Και την άρνησή μου να την θυμάστε σαν μια απόλυτη σιωπή. Τίποτε δεν υπονοεί κι αν σας μίλησα είναι γιατί είμαι τίμια. Αυτά σε όλους τα έχω πει όλοι από μένα την ίδια τα έχουν μάθει αυτά που είπα για το φως. Αν και το παραδέχομαι δεν υπάρχει ευτελέστερη ανανδρία από την ειλικρίνεια. Είμαι λοιπόν κι εγώ όπως όλοι σας άνανδρη και δειλή. Αφήστε με ήσυχη. Μην ξανάρθετε. Δεν έχω τίποτε να σας πω κι από την αρχή ποτέ δεν είχα τίποτε να σας πω κι αυτός ήταν ο λόγος που αμέσως έκανα έρωτα μαζί σας γιατί δεν είχα τίποτε απολύτως να σας πω. Φύγετε. Και μπορεί να προαισθανθήκατε σωστά γιατί ο μοναδικός τρόπος να ασχοληθώ μαζί σας είναι να σας καταστρέψω. Αλλά ποτέ δεν θα ασχοληθώ μ’ εσάς τίποτε δεν σας προξενήσω

κι ούτε κανένας άνθρωπος καταστράφηκε ποτέ από έναν άλλον άνθρωπο. Φύγετε λοιπόν πηγαίνετε να καταστραφείτε μόνος σας. Ανησυχώ για σας. Φοβάμαι ότι στο τέλος θα αυτοκτονήσετε. Ίσως επειδή ποτέ δεν είχατε τους ανθρώπους που θέλατε ενώ σας είχαν πάντα οι άνθρωποι που σας ήθελαν και θα φύγετε με την πικρία της αδυναμίας σας να αναγκάσετε τους άλλους να αισθανθούν. Τόσο το χειρότερο για σας. Πραγματικά σας λυπάμαι είπε η Ελένη και δάκρυσε θα είναι κρίμα.
Εν τω μεταξύ πλάστε όπως σας αρέσει την φανταστική ιστορία σας μ’ εμένα. Αλλά εγώ θα σας βοηθήσω αν και το μόνο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να αποσύρω τη μορφή μου. Δε θα με ξαναδείτε. Με δυσκολία με κόπο που όσο πάει θα μεγαλώνει η μνήμη σας θα αγωνιά. Θα αγωνίζεται να ξαναφτιάξει τη μορφή μου το πρόσωπό μου το σώμα μου. Έχω ακούσει αλλά το ξέρω κι από τον εαυτό μου πως η μνήμη μας χάνει πολύ γρήγορα και πριν απ’ όλα τα άλλα χάνει τις μορφές εκείνων που αγαπήσαμε. Δεν είναι παράδοξο;
Η εικόνα μου στην μνήμη σας θα έχει πια τρυπήσει και θα ξεφεύγω από τις τρύπες κι εσείς μ’ αγωνία με πόνο. Θα προσπαθείτε να κρατήσετε ακέραια όλα μου τα μέλη όμως αυτά θα χάνονται θα γλυστράν μέσα από τα δάχτυλα σας ώσπου τίποτε πια να μη μείνει μέσα σας από την μορφή μου από εμένα. Θα είναι ένα μαρτύριο για σας αλλά εύχομαι. Ειλικρινά σας το εύχομαι ν’ αντέξετε σ’ αυτήν την εξαθλίωση. Η Ελένη έκλεισε την πόρτα και βρέθηκα στο σκοτάδι γιατί όλο το φως ερχόταν από μέσα. Αλλά σε λίγο η πόρτα ξανάνοιξε και πάλι ξαναφάνηκε αυτή με όλο της το φως. Κρατούσε κι έσερνε στο πράσινο μωσαϊκό όρθιον έναν πίνακα. Είπε με φωνή θαμπή σας τον χαρίζω. Πάρτε τον. Σας παρακαλώ. Πάρτε τον το πρόσωπό της είναι αγνώριστο. Αλλοιωμένο από την πιο ταπεινή παράκληση από μιαν ασέλγεια αξιολύπητη. Έκαμνε το χάρισμα αυτό με μια τελευταία υγρή χειρονομία ερωτικού θανάτου.

Ο πίνακας ήταν η ολόσωμη προσωπογραφία της. Αναγνώρισα τον διάσημο Έλληνα ζωγράφο που την είχε κάνει. Το πρόσωπο της Ελένης στον πίνακα ήταν σκοτεινό. Αλλά με παράξενα και έντονα ευδιάκριτες όλες τις λεπτομέρειες των χαρακτηριστικών του. Ήταν επίτηδες αφώτιστο κι όμως μ’ έναν άλλον βασανιστικό τρόπο φωτεινό. Σαν από αλχημεία φυλαγμένων παλαιών χρωμάτων ο ζωγράφος ήθελε να απομακρύνει όλο εκείνο το φως που η Ελένη Ξένου το είχε κατηγορήσει ότι διάβρωνε τη ζωή της. Ήταν αυτή όπως ποτέ με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα ήταν.

Χάθηκε πάλι κλείνοντας αργά την πόρτα. Έγινε ξανά σκοτάδι. Ψηλάφισα τον μουσαμά και ξαφνικά σκέφτηκα πως η μορφή του ανθρώπου δεν υπάρχει στην φύση και ότι οι ζωγράφοι την έχουν επινοήσει. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα μέσα σε μια διαύγεια που ήταν σαν να έτριζε. Μέσα σ’ έναν απότομο κρότο κατάλαβα πως ήμουν το θύμα της σκοτεινής πλεκτάνης των ανθρώπων.
Άφησε με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής
φώτα! Φώτα! Φώτα! φώναξε σαν να πνιγόταν η Κυβέλη. Το σπίτι γέμισε αναμμένες λάμπες. Η Κυβέλη στάθηκε στη μέση του δωματίου κάτω απ’ το φως ενός εκκλησιαστικού πολυελαίου. Καταρράχτης αστραφτερών κρυστάλλων έπεσε επάνω της. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της. Δεν αντέχω το σκοτάδι είπε κατάκοπη. Ποιοι με όρισαν να γίνω εγώ το σκοτάδι που θα σε κρύβει λέει με θυμό. Με παράπονο με ένταση με κοιτάζει.

Άφησέ με για μια φορά να σου πω εγώ έναν εφιάλτη. Ήμασταν οκτώ-εννέα χρονών. Εγώ σ’ ανάσταινα ήσουν ό,τι είχα και δεν είχα. Ξαφνικά σαν να με πήρε ο ύπνος γερμένη στο πλάι σου. Κοιμόμουν από ώρα και σαν ένα μικρό άγγελο ολόδικό μου σε είχα στην αγκαλιά μου. Τότε ένας θόρυβος με ξύπνησε κι είδα πως έλειπες από κοντά μου. Είδα ένα άγνωστο παιδί να τρέχει μέσα στο δωμάτιο. Φώναζε με όλη του τη φωνή. Το πρόσωπό του είχε γίνει μπλε από την έξαψη από έναν πυρετό χαράς κι είχε ένα γέλιο βαθύ και σκαφτό σαν γεροντικό. Ήσουν εσύ αλλά στην αρχή δεν σε γνώρισα έτσι παρμένον. Από μιαν αφύσικη μανία παιχνιδιού να φτεροκοπάς παντού μέσα στο δωμάτιο ουρλιάζοντας από την πιο άγρια την πιο αχαλίνωτη λαγνεία ζωής.

Ξαφνικά το παιδί χάθηκε. Μια διαπεραστική ησυχία ήρθε και ξέσκισε τα αυτιά μου. Με αγωνία άρχισα να ψάχνω πού είχες κρυφτεί γιατί είχες ξαφνικά σωπάσει. Τότε σε είδα. Είδα εκείνο το δαιμονισμένο παιδί να κάθεται ακίνητο δίπλα μου στο κρεβάτι. Ήσυχο με κοίταξε σιωπηλό. Αλλά με μια σοβαρότητα στοχαστική κι εκείνο το ξαφνικό πέρασμα από τη χαρά στη νέκρα με πάγωσε από τον φόβο κι εκείνο που με τάραξε ήταν ότι ένιωσα πως η σοφή του σοβαρότητα σ’ εμένα απευθυνόταν. Κάτι τρομερό άρχιζε για μένα. Δεν έδειχνες λύπη ή έχθρα αλλά μια περίσκεψη ώριμη. Τόσο γνωστικιά για ένα παιδί κι αυτό την έκαμνε εφιαλτική και μ’ έκανε να προαισθανθώ μιαν ασήκωτη. Την απάνθρωπη ευθύνη που από δω και πέρα θα πλάκωνε την ζωή μου.
η Κυβέλη λέει αφηρημένα ο Yannic μου είπε πως όταν με είδε για πρώτη φορά στην Φλωρεντία. Μόλις μ’ αντίκρισε ένιωσε ξαφνικά σαν ετοιμοθάνατος. Όταν κάποιος σε κάνει να αισθανθείς ετοιμοθάνατος είναι το σημάδι ότι σε δείχνει ο έρωτας κι από την δικαιοσύνη του είσαι καταδικασμένος κι όταν ο Yannic άρχισε να με ρωτά. Ήθελε να μάθει για μένα κι εγώ του αποκρίθηκα. Θυμάμαι την απάντησή μου με ντροπή επειδή ήταν μεγαλόστομη αλλά εκείνη την ώρα. Με άρπαξε η τραγική παράλυτη μου μοίρα και απάντησα πως η μοναδική αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου μας είναι να μη μάθε κανείς κι ο πιο αγαπημένος. Προπαντός ο πιο αγαπημένος να μη μάθει ποτέ από πού έρχεσαι. Πώς έζησες και πώς αγάπησες και πώς πεθαίνεις. Μη δίνεις σημασία στα σκοτάδια μου είπε ξένοιαστα η Κυβέλη. Είναι δικά μου μ’ αυτά γεννήθηκα κι εσύ είσαι το αυστηρό φως που τα φράζει να μη χυθούν.
Αηδιαστικοί ιδρώτες έξω απ’ το μαύρο σώμα μου. Άσπρε μου αδελφέ είσαι το αρχοντικό μου γένος αλλά εγώ είμαι η βάρβαρη νόθα πιστή σου δούλα. Αυτή είναι η αξία μου να είμαι νόθα και δούλα. Η Κυβέλη λέει ξεσηκωμένη από αθώα χαρά εργάστηκα πολύ για σένα αυτό τον καιρό. Μετέφρασα για χάρη σου μια κέλτικη μπαλάντα. Λέγεται Diougan Gwenc Hlan που θα πει Η Προφητεία του Γκουένκ Χλαν. Μέρες ερχόταν και μου την τραγουδούσε ένας νεαρός βρετόννος. Δεκαέξι χρονών από το χωριό. Τραγουδάει με σπασμένη βραχνή φωνή γριάς γυναίκας.
…………………………………………………………………….
…………………………………………………………………….
Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό του εχθρό
η Κυβέλη ψιθυρίζει σφυρίζοντας αλλά εγώ έψαξα και μελέτησα. Βρήκα την άλλη σημασία της λέξης Diougan. Δεν θα πει Προφητεία θα πει Διπλός Λόγος. Βρήκα τον δεύτερο τον άλλο λόγο της μπαλάντας κι αυτός είναι το νόημα της. Το νόημα της ξαφνικά πύκνωσε και σκοτείνιασε. Ήρθε και στάθηκε πάνω από τη σχέση του Ποιητή με τον Εχθρό. Πουθενά δεν υπάρχει χριστιανός και καμιά εισβολή. Καμιά σύγκρουση χριστιανών και βαρβάρων δεν υπάρχει. Η μπαλάντα αυτή πρωτακούστηκε πολύ πριν το Χριστό.
Από καιρό από χρόνια πολλά ακολουθεί τον ποιητή ένας μυστηριώδης πρίγκιπας του πολέμου. Κανένας δεν γνωρίζει ποιος είναι. Την γενιά του το όνομά του και τον σκοπό του. Είναι πάντα μοναχός με σιωπή και σαν από ένα καθήκον ακολουθεί τον Γκουένκ Χλαν. Στο τέλος τον υποτάσσει. Την ανύπαρκτη σχέση του με αυτόν τώρα την κάνει σχέση. Αλλά μια σχέση τρομερή άδικη. Ανεξήγητη ως το τέλος. Με μιαν ανεξιχνίαστη κακία βασανίζει ταπεινώνει αναίτια τον ποιητή του βγάζει τα μάτια. Τον κλείνει στην φυλακή κι ο ποιητής πεθαίνει όμως αυτό δεν έχει σημασία. Γιατί εχθρός του ποιητή δεν μπορεί να είναι ο θάνατος.

Ο ποιητής δεν φοβάται τον θάνατο το λέει. Ο θάνατος είναι φυσικός η ποίηση είναι υπερφυσική. Ποιος μπορεί να είναι τι είναι αυτός ο άγνωστος εχθρός του ποιητή. Ο προαιώνιος κακούργος των ποιητών. Τότε άκουσα τον οιωνό με το κλειστό το στόμα. Μοίρα του ποιητή είναι η τιμωρία. Χωρίς κανένα έλεος χωρίς αιτία χωρίς να υπάρχει έγκλημα. Ο χριστιανός είναι ένα άγνωστο αδυσώπητο πλάσμα κακό. Έχει υποστολή κι υπόσταση να ταπεινώσει να τρομάξει. Να βασανίσει ν’ αφανίσει τον ποιητή. Γιατί ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό. Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν. Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό του εχθρό.

Έτσι ζει πάντα ο ποιητής. Απειλημένος καταπατημένος δικασμένος. Μέσα στο σκοτάδι γιατί άγρια τον τυφλώσαν. Με θανάσιμη αγωνία με μεγάλες κινήσεις στον αέρα. Φυλάγεται αλλά έρχεται πάντα η ώρα που θα τρομάξει και θα νικηθεί. Αυτό είναι το νόημα της μπαλάντας του Γκουένκ Χλαν λέει η Κυβέλη και χαμηλώνει περισσότερο η φωνή της κι αυτός είναι. Τον ήξερα από πάντα αυτόν τον πρώτο νόμο της ποίησης κι εγώ ξέρω το νόημα ης αναίτιας τιμωρίας της. Ό,τι η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται από κάτι που δεν έχει αιτία.
Τέτοιο είναι πάντα το τέλος των ποιητών να καταστρέφονται χωρίς αιτία. Η κραυγή του πεθαμένου ποιητή Χτύπα! Χτύπα που αντηχεί σ’ ολόκληρο το ποίημα δίνει το μέτρο του αναίτιου όχι της εκδίκησης. Μου ήρθε στο νου ο μάρτυρας της ζωής μου. Όμως αυτός δεν θα μπορούσε να είναι εχθρός μου. Τίποτε στον κόσμο δεν θα μ’ έκανε να τον φοβηθώ. Ήταν η αιτία της ζωής μου και του έργου μου και μονάχα ένα κακό ετοιμαζόταν να μου κάνει. Τον ήξερα όλον αυτόν τον τελευταίο καιρό κι ήμουν δυστυχισμένος. Ότι ποτέ δεν θα φανερωνόταν ποτέ δεν θα τον έβλεπα δεν θα ερχόταν ποτέ
δεν είναι για σένα αυτό το τέλος λέει η Κυβέλη με χαμόγελο εσύ και όλοι οι όμοιοί σου. Πόσο μέτριοι ανάξιοι ποιητές είστε. Εσείς όλοι οι καλοί ποιητές. Αυτό το τέλος είναι για τους μεγάλους ποιητές και ίσως δεν χρειάζεται να τους πω μεγάλους. Αφού στην ποίηση μονάχα μεγάλοι ποιητές υπάρχουν κι αυτός είναι ο δεύτερος νόμος μου και τελευταίος: ότι η ποίηση δεν επαληθεύεται από καμιά ζωή από κανέναν κόσμο.
Η δικιά σου η ποίηση και ολωνών σας η ποίηση επαληθεύονται. Πόσο ταπεινά και θλιβερά η ζωή σου επαληθεύει. Εξαργυρώνει τους στίχους σου έναν-έναν και ό,τι έγραψες και ό,τι θα γράψεις. Το θυμάσαι αυτό που είπες; κάθε γέννηση γεννιέται δίδυμη με τον εχθρό της. Για πολύν καιρό επικρατεί και αποτρέπει. Ύστερα ο εχθρός αποκτά μια σκοτεινή αγαθότητα που προκαλεί φόβο κι ασάλευτος παρακολουθεί από μακριά με μιαν αλύπητη ευμένεια. Εγώ είμαι ο εχθρός σου Κωνσταντίνε. Λάιε είπε με ειρωνική έμφαση η Κυβέλη. Με αλύπητη ευμένεια σε παρακολουθώ. Περιμένω το τέλος σου. 
Σε λίγα χρόνια θα πεθάνεις κι ο θάνατός σου θα έχει οικτρή αιτία. Θα αρρωστήσεις από μελαγχολία και θα αυτοκτονήσεις. Ίσως επειδή θα έχεις καταλάβει πως δεν ήσουν άξιος για τα σπουδαία αισθήματα των άλλων προς εσένα. Πως δεν ήσουν άξιος της ψυχής σου. Γιατί η ψυχή μας είναι το παν κι ο νους μια κούφια βέβηλη πράξη. Η ψυχή κι όχι ο νους έκλεισε την γωνία και φαντάστηκα το τρίγωνο. Γιατί η ψυχή φροντίζει για ό,τι είναι ανοιχτό και το λυπάται και πάει όλα να τα κλείσει να τα χωρέσει μέσα της για να τα προστατεύει.

Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα; Έχεις δει ποτέ πώς είναι ένα συναίσθημα;

Ξέρεις τι είναι τα συναισθήματα Κωνσταντίνε; λέει λυπημένα η Κυβέλη. Έχεις δει ποτέ πως είναι ένα συναίσθημα; Εγώ τώρα θα σου δείξω και θα δεις για πρώτη φορά συναισθήματα ανθρώπου. Η Κυβέλη ξεκούμπωσε το φαρδύ μακρύ γκρίζο φόρεμά της έπεσε γύρω από τα πόδια της. Στάθηκε ολόγυμνη λίγο καμπουριασμένη με το ένα χέρι της στο στήθος. Όλο της το σώμα ήταν χαρακωμένο. Οργωμένο από μεγάλες κλειστές πληγές παλιές και μερικά μέρη. Ήταν τυλιγμένα μα γάζες και η Κυβέλη άρχισε να τις ξετυλίγει και φάνηκαν. Καινούργιες ανοιχτές πληγές που αιμάτωναν ακόμα. Αποτράβηξε το χέρι από το στήθος. Οι μαστοί της ήταν κομμένοι σύρριζα και στη θέση τους δυο πλατιές καφετιές ουλές σαν ρόζοι. Με μια τελευταία κίνηση τράβηξε το μαύρο κάλυμμα απ’ το πρόσωπό της και είδα το σκεπασμένο μάτι της. Την αδειανή του βουλιαγμένη κόγχη το μάτι της βγαλμένο.

Μια ολόκληρη ζωή λέει η Κυβέλη να ταπεινώνω το σώμα μου να βασανίζομαι να θέλω να αφανιστώ. Γι’ αυτό δεν ξαναγύρισα ποτέ στην Ελλάδα. Για να μην σου κάνω κακό και το καθήκον μου εσένα να αφανίσω. Γιατί μ’ αυτή την μοίρα γεννήθηκα να σε εξοντώσω κι αυτό το χρέος μου το πλήρωνα πάνω στο δικό μου σώμα. Ήμουν μαζί ο ποιητής και ο εχθρός. Μονάχα μια γυναίκα μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατό μέσα σε μια ψυχή ανθρώπου να υπάρχουν μαζί ο θάνατος και η στοργή. Που δεν είναι ούτε έχθρα ούτε αγάπη.
Θεέ μου αυτά τα άναρθρα. Τα άγνωστα ονόματα της ψυχής μας. Ρήμαξαν τη ζωή μας. Γιατί εγώ λέει με πένθος η Κυβέλη κι έτσι όπως την έβλεπα σκυμμένη είχε γεράσει είκοσι χρόνια. Εγώ ήμουν η γεννημένη για την ποίηση. Μη φανταστείς πως η συναισθηματική φροντίδα μου για σένα με εμπόδιζε. Η τέχνη δεν καταδέχεται τις θυσίες και μη σκεφτείς ότι η προστασία μου η αγάπη μου προς εσένα με εμπόδισε να φτάσω στον θρίαμβό μου σ’ αυτή την χριστιανοσύνη που εγώ προορίσθηκα γα να την εξαπλώσω. Για όλα ήμουν ικανή. Κι εσένα να προστατεύσω όπως το έκανα αγόγγυστα τρυφερά το έκανα και μαζί να δημιουργήσω. Ξέρω καλά τα εντόσθιά μου ένα-ένα ψηλαφώ τις λειτουργίες τους πώς άλεθαν. Πυρπολούσαν λεηλατούσαν τις βάρβαρες ομιλίες σας και ετοιμάζονταν να εκκρίνουν τους ιερούς μου φθόγγους αφού από τους δικούς σας γίνονταν.

Γιατί ο ποιητής δεν έχει δικιά του φωνή και με τη φωνή του μιλάν οι άνθρωποι κι ο κόσμος. Τους ψηλαφούσα κάτω απ’ το πετσί μου τους φθόγγους μου πώς έρρεαν στο αίμα μου πώς έσφυζαν κι αγωνίζονταν να βγουν να φτάσουν την φωνή μου. Δεν την έφταναν. Ποτέ δεν έφτασαν. Κι όμως πόσες φορές από τα δικά σας μιλήματα. Από τα φτωχά ανάξια έργα μέτριων άθλιων ποιητών όπως εσύ και όλοι σας και οι καλλίτεροί σας. Πόσες φορές κι αυτά ακόμα με συνέπαιρναν και άλαλη τα διόρθωνα. Βαθειά μου τα μεγάλωνα τα έκαμνα αντάξια αυτού του μεγάλου λόγου που μονάχα εγώ απ’ όλους σας ήμουν η άξιά του. Που εσείς από ένα άδικο άδικο. Άδικο χάρισμα μπορούσατε κάτι ελάχιστο από αυτόν ανίδεοι κι αχάριστοι να ψελλίσετε.

Πώς μπόρεσε η φύση να αντισταθεί στην φύση. Να απαγορεύσει στην δύναμη που η ίδια μου είχε εμπιστευθεί να βρει πιστούς στρατιώτες και μ’ αυτήν την κολοβή αναπηρία να με έχει γεννήσει πώς μπορεί αυτό το ανήμερο εξαγριωμένο κτήνος που είναι η μοίρα του ανθρώπου να είναι τόσο διεστραμμένο. Αγαπημένε μου Γκουένκ Χλαν λέει η Κυβέλη με κόπο.
Φοράει ξανά τα ρούχα της ορθώνει το κορμί της. Σκεπάζει το πρόσωπό της και το μοναδικό της μάτι με κοιτάζει ανέκφραστο δε χρειάζεται να με καταραστείς. Μόνη μου δες. Μόνη μου άλλαξα την μορφή μου κι έγινα χειρότερη από το γουρούνι σου. Έγινα το κοράκι και το τσακάλι. Έγινα βατράχι και καταπίνω τα σκύβαλα των φόβων σου για ανύπαρκτους εχθρούς. Έγινα δούλα ποιητών. Εγώ η Χριστιανή λέει αλαφιασμένη ξαφνικά η Κυβέλη και με πνιχτή τρομαγμένη απορία ρωτάει τίποτε λοιπόν ποτέ δεν έγινε; Κανένας φύλακας κανείς φρουρός δεν σκότωσε. Δεν σύντριψε όποιον αντιστάθηκε στην εξουσία της ποίησής μου; Σε όνειρο το είδα ολόκληρος ο κόσμος να αιματοκυλιέται από τις στυγερές βουλγαροκτόνες τις ελληνικές πορφυρογέννητες λέξεις μου;

Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός, προς ένα τοίχος από φως
η Κυβέλη λέει μαλακά σήμερα ξύπνησα από νωρίς. Όπως κάθε μέρα ξυπνάω στις πέντε. Στο Henvic η μέρα φωτίζει στις εννέα. Είναι ακόμα νύχτα αλλά εμένα μου αρέσει να σηκώνομαι αυτήν την ώρα. Κάνει πολύ κρύο. Τυλίγομαι στην ζεστή μου βελούδινη ρόμπα και βγαίνω από το δωμάτιο. Ξυπόλυτη μου αρέσει να αισθάνομαι κάτω από τα πόδια μου το παλιό χλιαρό ξύλο. Κατεβαίνω με προσοχή την απότομη στενή σκάλα. Γελάω ξαφνικά χωρίς να το θέλω γιατί θυμήθηκα πόσες φορές μια θεία του Yannic έπεσε απ’ αυτήν την σκάλα. Πάντα γελάω με τα μικρά ατυχήματα των ανθρώπων. Ειδικά η tante Julia που φοράει όλες τις ώρες κάποια από τα παράξενα καπέλα της. Μπαίνω αριστερά στο ισόγειο στην μεγάλη κουζίνα. Είναι το πιο μεγάλο δωμάτιο του Ty Croas. Όπως σε όλα τα σπίτια του Henvic και κάθε χάραμα μαζεύονταν να φαν οι μεγάλες οικογένειες των αγροτών πριν φύγουν για την σκληρή δουλειά. Υπάρχει ένα μικρό παράθυρο προς την ανατολή κι ένα πολύ μεγάλο τετράφυλλο προς το νότο.
Στον μεσαίωνα υπήρχε ένα βαρύς φόρος για τους χωριάτες που άνοιγαν στα σπίτια τους παράθυρα προς τον ήλιο. Όλα τα σπίτια στην Βρετάννη είναι κλειστά προς την ανατολή. Ανοίγω το μεγάλο παράθυρο κι ανασαίνω βαθιά. Η υγρασία τυλίγει το πρόσωπό μου σαν μια βρεγμένη σποδός. Το ξανακλείνω κι ανάβω το μεγάλο τζάκι. Ανάβω το κηροπήγιο με τα πέντε κεριά. Κάθομαι στο μακρύ ξύλινο τραπέζι απέναντι στο μικρό παράθυρο της ανατολής. Το τραπέζι είναι ακατάστατο. Πιάτα του χθεσινού δίσκου με αποφάγια φρούτα σκορπισμένα τα ωραία κόκκινα και πράσινα χρώματα των μήλων. Παντού ξεραμένα βότανα κι άγρια λουλούδια μαζεμένα από τις πηγές του δάσους μυρίζουν βαρειά. Βράζω νερό και σε λίγο όλη η κουζίνα γεμίζει με το πηχτό άρωμα του καφέ. Αισθάνομαι σχεδόν ευτυχισμένη. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Κοιτάζω ακίνητη συνέχεια το παράθυρο της ανατολής.
Γύρω στις οκτώ αρχίζει να φέγγει. Ο ουρανός είναι μαύρος. Τα σύννεφα πανύψηλα μεγάλα τείχη το ένα πίσω από το άλλο τον κρύβουν. Όπως τα πολλά τείχη μιας αρχαίας βασιλεύουσας. Το μπροστινό τείχος είναι πάντα το πιο αδύναμο. Γρήγορα το ρίχνουν οι άνεμοι ανοίγουν πελώριες τρύπες και φαίνεται το δεύτερο τείχος. Πιο στερεό αλλά κι αυτό αρχίζει να γκρεμίζεται. Σήμερα μέτρησα έξι τείχη. Το τελευταίο και πιο φωτεινό δεν έπεφτε. Μέχρι τις δέκα προστάτευε τον ουρανό.
Σηκώθηκα να βρω τον Yannic που είχε αργήσει να φανεί. Συνήθως με αφήνει μέχρι τις εννιά να χαίρομαι μονάχη εκείνες τις ώρες της αυγής. Πήγα στο σαλόνι απέναντι στην κουζίνα όπου κοιμάται. Δεν ήταν εκεί. Το ντιβάνι όμως το είχα στρώσει εχθές και τα δυο-τρία βιβλία πάνω του στην ίδια θέση. Δεν είχε καθόλου ξαπλώσει; Τον φώναξα έψαξα σ’ όλο το σπίτι. Πουθενά δεν ήταν. Βγήκα στον κήπο.
Ψιλόβρεχε κι ένα κακό φως σκέπαζε όλη την ημέρα. Μια αστραπή μ’ έκανε να χωθώ στην αποθήκη δίπλα στο σπίτι. Ήταν γεμάτη καινούργια χαρτιά ταπετσαρίας από πέρυσι το καλοκαίρι. Είχα αποφασίσει να αλλάξω την παλιά σ’ όλο το σπίτι και όλο το ανέβαλλα. Ο Yannic κρεμόταν από την οροφή. Ο βρόχος ένα χοντρό άσπρο πλαστικό σκοινί βάρκας η Κυβέλη σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Την έβλεπα να διασχίζει αργά τα δωμάτια αφήνοντας πίσω της τις πόρτες ανοιχτές. Έφευγε. Χωρίς να γυρίσει να με δει βγήκε από την εξώπορτα αφήνοντάς την κι αυτήν ανοιχτή. Εχάθηκε για πάντα; Είχε αρχίσει να νυχτώνει.
Κάποιος στεκόταν στην ανοιχτή εξώπορτα. Πήγα προς τα εκεί ανάβοντας τα φώτα σε όλα τα δωμάτια. Με μια συγκίνηση γιατί νόμισα πως η Κυβέλη είχε ξαναγυρίσει. Ήταν ένας άγνωστος άνδρας γύρω στα τριάντα. Ψηλόλιγνος και κατάχλωμος φορούσε ένα εντυπωσιακό μοντέρνο μαύρο κουστούμι. Το κάτασπρο πουκάμισό του έκανε το πρόσωπό του παρόλη του τη χλομάδα να φαίνεται γκρίζο. Η γραβάτα του ήταν γαλάζια και μαύρη και είχε καλοχτενισμένα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά μακριά πίσω. Έμοιαζε με τον τραγουδιστή Nick Cave. Τι θέλετε; Ποιος είστε; ρώτησα κι αυτός προχώρησε μπροστά μπήκε στο σπίτι. Δεν σας ξέρω είπα είμαι βέβαιος πως κι εσείς δεν με ξέρετε. Τα χέρια του ήταν σχεδόν κυανά και σκέφτηκα πως δεν ήταν πολύ κρύα και θα υπέφερε από αυτό. Απέφευγε να με κοιτάξει και προχώρησε προσπερνώντας με πήγε προς το δωμάτιό μου.

Τον ακολούθησα με θυμό για την σιωπή του και την τόλμη του. Στο δωμάτιο στάθηκε για λίγο ακίνητος στρέφοντάς μου την πλάτη. Ξαφνικά γύρισε. Με πλησίασε μ’ αντίκρισε. Τα μάτια του λίγο κοκκινισμένα με κοίταζαν συνεσταλμένα. Αλλά προσπαθούσε να τα κρατήσει στυλωμένα στα δικά μου. Δεν είχα πια θυμό. Σε ανεγνώρισα. Ήρθες να με σκοτώσεις είπα ήρεμα. Αλλά και με μια ευτυχισμένη διέγερση. Είδα στο δεξιό του χέρι. Κρατούσε ένα παράξενο μαχαίρι από λαμπερό σαν το χρυσάφι μπρούντζο. Η πλατειά του λάμα κατέληγε κυρτή σε μια λοξή αιχμή. Σαν τα παλιά μαχαίρια που είχαν ανατολίτες.

Άδειασε όλος μου ο νους άδειασε κι η ψυχή μου. Έκανε μια αστραπιαία χειρονομία στον αέρα. Ένοιωσα έναν οξύ πόνο στο στήθος μου δεξιά εκεί που τελειώναν οι πλευρές. Έσκυψα και είδα με έκπληξη το μαχαίρι να τραβιέται έξω από το σώμα μου. Ένας κρουνός αίμα πετάχτηκε από την τρύπα ανακατεμένο με χολή. Γιατί με σκοτώνεις. Ποιος είσαι ρώτησα έτοιμος να σωριαστώ σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ μη. Λυπήσου με μη. Μη με σκοτώσεις παρακάλεσα με ξεπνοϊσμένη φωνή. Λυπήθηκα αβάσταχτα τον εαυτό μου άρχισα να κλαίω. Το χέρι του σαν να μην ανήκε στο ακίνητο σώμα του ανεβοκατέβαινε με απίστευτη ταχύτατα με μεγάλες απλωτές κινήσεις. Όλες προς το επάνω μέρος της κοιλιάς κάτω από το θώρακα. Είπε ψέματα η Κυβέλη είπα με αναφιλητό με παράπονο.

Να ο άγνωστος θάνατός μου. Χωρίς αιτία κι εκείνη την στιγμή. Πίσω από τα κλεισμένα μου βλέφαρα πέρασε η μορφή της Κυβέλης. Πρώτη φορά την έβλεπα έτσι όπως την είδα. Από κάπου με κοίταζε. Σαν ν’ ακουμπούσε καθιστή σ’ ένα τραπέζι με κοίταζε καπνίζοντας. Αλλά ήταν μισόγυμνη και πρόστυχη. Μ’ ένα φτηνό μαύρο κομπινεζόν είχε μόλις σηκωθεί από έναν αισχρό έρωτα. Με κοίταζε συνέχεια με τα πρησμένα μάτια της εξαντλημένη από τους οργασμούς και κάθε τόσο έφερνε το τσιγάρο κι ύστερα την τύλιγε ο καπνός κι ύστερα θυμήθηκα. Το ξεχασμένο άλλο της όνομα.

Την Κυβέλη την έλεγαν και Αρετή. Όμως ποτέ κανείς δεν την είχε φωνάξει έτσι. Άνοιξα τα μάτια. Δεν πονούσα πια και μονάχα αισθανόμουν την βία των χτυπημάτων αλλά κανέναν πόνο. Ήμουν πεσμένος κάτω κι από χαμηλά. Έβλεπα τον άγνωστο γιγάντιο με υψωμένο το μαχαίρι. Σταματημένο στον αέρα έτοιμο να ξαναχτυπήσει. Είναι ζωντανές οι ιδέες! φώναξα σα να προσπαθούσα την τελευταία εκείνη ώρα κι εγώ να τον χτυπήσω και να αντισταθώ και φώναξα με όση δύναμη μου απέμενε υπάρχουν.
Είναι ζωντανές οι ιδέες! Ξαναχτύπησε πάντα στο ίδιο μέρος και πάλι ορθώθηκε και περίμενε κι εγώ. Φοβισμένος για ένα νέο χτύπημα. Έψαξα με απελπισία κάτι για να σκεπάσω. Το σπαραγμένο σώμα μου για ν’ αμυνθώ. Ήρθε καινούργιο χτύπημα. Αλλά αυτή την φορά στο πρόσωπο. Πάνω στο μάγουλό μου κι αισθάνθηκα το μαχαίρι να χώνεται στο κόκκαλο. Να τρυπάει την υπερώα να ξεσκίζει την γλώσσα μου. Μασώντας θρύψαλα οστών ξερνώντας σάλια και αίματα είπα τον θάνατο του Σαρπηδόνα και με αυτόν εσκέπασα. Τις άδικες πληγές μου
ο θάνατος περίμενε να πει όλα τα λόγια
Ύστερα το τέλος άπλωσε άνω στο πρόσωπό του
Και ο φονιάς επάτησε την φτέρνα του στο στέρνο
Με δύναμη τραβολόγησε απ’ τον νεκρό το δόρυ
Φάνη η κορφή του κονταριού με λάφυρο ένα σπλάχνο
Βγήκε μαζί με την αιχμή το διάφραγμα σκισμένο
Εντόσθιο κρυφό μοναχικό στο δόρυ αγκιστρωμένο
-κρεμασμένη στον μπρούντζο έλαμπε
η ψυχή του Σαρπηδόνα

Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς ένα τοίχος από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε αραίωσε. Ξεψύχησε πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος.

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ: Ποιος αξιώθηκε ποτέ να δει όπως κι εγώ μέλλον στον θάνατό του;
Ποιοι είναι αυτοί. Στον άδειο μεγάλο θάλαμο που με είχαν μεταφέρει. Δυο άνθρωποι ήρθαν κι εκόλλησαν επάνω μου. Με πίεζαν σφιχτά κι ένιωσα ασφυξία. Ο ένας στα δεξιά την αναγνώρισα την Κύπρια Ανδρούλα. Όμορφη κοπέλα εικοσιτεσσάρων χρονών κι είχε από παντού φράξει το πρόσωπό μου με το πλατύ δικό της. Τόσο κοντά είχε σκύψει και πάνω στον ώμο μου έτριζε η ατσαλάκωτη ζελατίνα με τα φτωχικά λευκά γαρύφαλλα που μου είχε φέρει. Είχαν πια μαραθεί γιατί περίμενε συνέχεια απ’ έξω δυο μέρες. Τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια της Ανδρούλας ακουμπούσαν σχεδόν τα δικά μου κι έβλεπα το φτηνό μαύρο τους μακιγιάζ να στάζει σαν λάσπη από τα δάκρυά της. Η φωνή της βιαστική να προλάβει μην την διώξουν και χαμηλή μην την ακούει ο άλλος.
Παρακαλούσε κι έλεγε μη φεύγεις. Σε παρακαλώ μην μ’ αφήνεις μη φεύγεις από κοντά μου. Να με κρατάς. Χάνω την ψυχούλα μου κύριε Γιώργο. Σε παρακαλώ μην πάψεις να με βοηθάς. Μου παίρνουν την ψυχούλα μου. Μην τους αφήσεις να μου την πάρουν σε παρακαλώ. Η ψυχούλα μου κύριε Γιώργο. Μου την παίρνουν. Πονώ πολύ που την τραβάν κι αυτή δεν ξεκολλάει και πονάω πονάω. Μην τους αφήνεις. Μη φύγεις σε παρακαλώ. Κύριε Γιώργο η ψυχούλα μου. Ο άλλος από αριστερά επλάγιασε στο πλάι μου κι ήρθε για να πεθάνει. Πριν πεθάνει είπε μια ιστορία αυτήν εδώ.

Δεν είχε χείλια κι όλο του το πρόσωπο κρεμόταν. Κι ενώ εκεί στο πλάι μου επέθαινε και τον έβλεπα πώς απομακρυνόταν. Είπε για έναν άλλον θάνατο και πως αλλού επέθαινε και πριν καιρό αλλά το πρόσωπό του. Σαν να κρεμόταν μάκραινε κι αδυνάτιζε κι αργά κατεβαίνει. Κρεμασμένο από τον ακίνητο νου του θανάτου και έλεγε τότε που πέθαινα. Αλλά προτού κι εκεί που ετοιμαζόμουν. Είπα θα πάω πριν να ξαναβρώ εκείνο το μικρό παιδί. Το είχα συναντήσει σε μιαν απέραντη έρημη ακτή.

Ήταν ένα αγόρι επτά χρονών. Είχε αδύνατο σωματάκι και χλωμό πρόσωπο κακό. Αλλά δεν μιλούσε και τα μάτια του συνέχεια γλιστρούσαν επάνω από τα πράγματα και κάθε τόσο. Μ’ έναν ταχύ πτερυγισμό κινούσε τα χέρια του με μια μανία. Στεκόταν αμίλητο και νευρικό άνω σ’ έναν βράχο. Απέναντι η θάλασσα και το παιδί ακίνητο τίποτε δεν εκοίταζε και ξαφνικά φτερούγιζε με τα μικρά του χέρια και πάλι σταματούσε. Η θάλασσα ήσυχη έφευγε κι αργά αποτραβιόταν προς το βάθος κι ο ουρανός εμαύριζε και φούσκωνε και έσπανε από το βάρος και οι μεγάλες πλάκες του ουρανού θα γκρεμίζονταν πάνω στα χώματα και πάνω στε νερά. Επήγα και πλησίασα. Στάθηκα δίπλα στο παιδί. Δεν γύρισε να με δει και μονάχα φτερούγισε θυμωμένο. Σε άφησαν εδώ στην ερημιά για να πεθάνεις; το ρώτησα και ήξερα πως δεν θα αποκρινόταν.

Ήταν από τα παιδιά που ποτέ δεν μίλησαν και χάθηκαν φτεροκοπώντας μέσα στην σιωπή. Έσκυψα και βαθιά μακριά στα μάτια του επρόφτασα και είδα την μελανή γης της σιωπής. Ένα κλάμα ακούστηκε να έρχεται πίσω από τους μαύρους βράχους της ακτής. Οδυρμένη επέστρεφε η μάνα του μετανοιωμένη ούρλιαζε και γυρνούσε για να το ξαναπάρει. Είμαι μάνα! ούρλιαζε και μαινόμενη επερπατούσε και την κατάκαιε η τρομερή αγάπη για το παιδί της. Αυτό εκείνο το παιδί θα πήγαινα για να το ξαναβρώ. Για τελευταία φορά να βεβαιωθώ και να αγγιχθώ από την έμφυτη σιωπή του.
Γιατί όλη μου τη ζωή υπέφερα που η ζωή μου ήταν σιωπηλή. Αλλά περισσότερο για να καθησυχάσω πως το παιδί εκράτησε την σιωπή του η ομιλία δεν παρουσιάστηκε και εγώ με μιαν επιμονή παράλογη αλλά για μένα είχε μεγάλη σημασία. Συσχέτισα τον θάνατό μου με τη σιωπή του κι αν το παιδί είχε βγει από την σιωπή. Τότε κι εγώ δεν έπρεπε να πεθάνω. Ταξίδεψα με την ψυχή στο στόμα. Έκανε αφόρητη ζέστη. Μέσα στο νου μου γύριζε σταθερά μια πληροφορία. Ξέχασα πού την χρωστούσα αλλά πάντα τις εμπιστεύομαι τις αναρίθμητες. Σκοτεινές πληροφορίες μου τις φυλάω μέσα μου και τις ακολουθώ τυφλά.
Πως το παιδί εκατοικούσε σ’ ένα μέρος που λεγόταν Άγιος Γερμανός ο Λάιος. Δεν δίστασα πως εκεί θα κατοικούσε. Σ’ αυτό το μέρος πηγαίνεις με υπόγειο σιδηρόδρομο στα έγκατα της γης. Έβλεπα τους σταθμούς που σταματούσε το τραίνο. Ο Άγιος Γερμανός ο Λάιος ήταν το τέρμα εκείνης της διαδρομής. Ήταν πρωτομαγιά. Νέοι άνθρωποι μεθυσμένοι μπαινόβγαιναν στο τραίνο κι όλος ο υπόγειος βοούσε. Γέλια τραγούδια και φωνές. Ξαφνικά έγινα μονάχος.

Άρχισε μια σιωπή κι ερχόταν προς τα εμένα και τότε είδα στην άκρια του βαγονιού. Ήταν ένα σύμπλεγμα των ανθρώπων. Νεαρά αγόρια και γυναίκες μικρές. Δεκαπέντε και δεκαεφτά χρονών ξεντυμένα κι έκαμναν έρωτες μεταξύ τους. Έπεφταν πάνω στους ξεσκισμένους μπλε μουσαμάδες των καθισμάτων κυλιόνταν ανάμεσα στα καθίσματα. Ένας άγριος έρωτας τα βασάνιζε και συσπώνταν σχίζονταν ανακλαδίζονταν. Κουβάρι φίδια τυλίγονταν και μπλέκονταν σαν σπείρες και με φωνές ετίναζαν τις άσπρες τους κοιλιές. Βόγκοι κι ανάσες χνουδωτές με ακουμπούσαν κι εγώ η ζωή μου άνοιξε και χυνόταν και αισθανόμουν πως από τη θέα του έρωτα η ζωή μου αιμορραγούσε.

Παρακολουθούσα με μιαν αγωνία πώς επάλευαν και πώς με λύσσα. Τέντωναν ανοίγαν τα γεννητικά τους μέρη και πώς. Ξανά ελευθερώνονταν με βουερό λαχάνιασμα χαλάρωναν κι εκλαίγαν κι ύστερα πάλι ξανάρχιζαν το ένα με το άλλο και από πάνω τους σαν ένας Απόλλωνας. Εδέσποζε ένας αλλόκοτος νέος άνδρας. Είχε μια υπερβολική κωμική αναπηρία από τη μέση και κάτω. Όμως το κεφάλι του ήταν υπέροχο και ο κορμός του πεταγόταν προς τα εμπρός κι ήταν στριμμένος πάντα προς την ίδια μεριά. Όπως εκείνη η υπεροπτική. Η πολεμική συστροφή που έχουν μερικοί κορμοί του Απόλλωνα.
Τον είχα δει να περπατά στην αποβάθρα του σταθμού την ώρα που έμπαινε το τραίνο. Προχωρούσε με δυσκολία με τα πόδια πολύ ανοιχτά κι αλύγιστα. Κάθε φορά το βήμα του σχημάτιζε ένα μεγάλο ημικύκλιο. Όμως θαύμασα την επάνω ομορφιά του που ήταν ειρηνική και γενναιόδωρη. Αγέρωχη κι αντίθετη σ’ εκείνο το αγριεμένο τίναγμα των ποδιών του που σαν δρεπάνια θέριζαν τα στάχυα του τσιμέντου. Σαν ένα ζώο διχαλωτό περιέστρεφε ορμητικά τα τεντωμένα πόδια του κι ολόκληρη εκείνη η λοξή μορφή εβάδιζε με άγριο οίστρο και τότε είδα.
Αυτόν τον σακατεμένο κένταυρο να υψώνεται πάνω απ’ όλους τους άλλους που σπάραζαν κι ερωτοτροπούσαν. Υψώθηκε από πάνω τους βαστώντας με το ένα χέρι με δύναμη την χειρολαβή που κρεμόταν του βαγονιού υψώθηκε όρθιος ψηλά και με το άλλο χέρι έβγαλε. Από τον μακρύ διπλωμένο καθετήρα των ούρων που φορούσε τράβηξε. Πέταξε το πώμα και σαν λουτρό τους ράντισε με το κοκκινωπό του ούρο κι αυτοί φώναξαν χαίροντας και σπρώχνονταν ποιος θα πρωτοβραχεί. Το τραίνο τραντάχθηκε έφτασε. Βγήκα εσύρθηκα στους υπόγειους διαδρόμους. Παντού σιωπή και επέθαινα. Με κόπο ανέβηκα την πλατιά σκάλα κι εκεί στο κεφαλόσκαλο. Εκεί που η σκάλα στρέφει και βγάζει προς το φως της γης. Σε φωτεινή φάτνη μαρμάρινη που είναι για αγάλματα.

Μέσα εκεί ένα νεαρό ζευγάρι κι εκείνο ενωνόταν. Όμως σαν ένας αποχαιρετισμός η κίνηση αυτωνών ήταν πολύ αργή και με μικρό λυγμό παιδιού το κορίτσι έγερνε και φυσούσε μέσα στο αυτί του αγοριού και το αγόρι μ’ έναν σεβασμό εχάιδευε την κοιλιά της που ήταν πελώρια κι έτοιμη να γεννήσει αλλά από άλλον ξένον έρωτα και με μεγάλη προσοχή ο άνδρας φρόντιζε να ηδονισθεί με προσοχή να μην ερεθιστεί. Να μην ξυπνήσει η γέννα που κοιμόταν στο σώμα της γυναίκας.

Το ένωμά τους τόσο αργό σαν ταραγμένη φυλλωσιά τρέμαν μικροί σπασμοί διαφανείς. Από ώρα μέσα στο νου μου θάμπωνε και γκρεμιζόταν μια ομιλία ασώματη έλεγε και μιλούσε κι εκεί που συνάντησα αυτούς τους πολλούς έρωτες και τους παρατηρούσα ερχόταν και ξανάφευγε και πάλι ξαναρχόταν ένας βασανισμένος στίχος. Θαρρώ του Ευριπίδη ξόρκι των ερώτων των κρυφών.

Από στάχτη παρθένων εραστών. Φύλαγέ με – ποτέ έρωτα να μη νοιώσω. Προσέχοντας προσπέρασα εκείνο το φυτεμένο με έρωτα κοίλο και μία στιγμή εκέρδισα το λαμπερό το βουρκωμένο βλέμμα τους κι εκεί μέσα στα μάτια τους για μια στιγμή εμπόρεσα και είδα τις αστραπές μιας νύχτας και μου φάνηκε ήταν μια νύχτα που θα ερχόταν μετά τον θάνατό μου.

Ποιος αξιώθηκε ποτέ να δει όπως εγώ μέλλον στο θάνατό του; Όμως κι αυτός ο έρωτας ο δεύτερος. Σαν να μου έπαιρνε όση ζωή μου απόμενε και όση ο άλλος ο πρώτος έρωτας μου είχε αφήσει ακόμα. Εξαντλημένος βγήκα απάνω. Η ημέρα μόλις φώτιζε κι εμπρός μου ένας ναός από καιρούς κλειστός ο Άγιος Λάιος Γερμανός. Σβηστή η πόλη γύρω του και όλοι οι δρόμοι έρημοι και σβηστοί. Όλα εδώ θα τελείωναν; Σ’ αυτό το άγνωστο μέρος και το παιδί της παρμένης φωνής ποτέ πια δεν θα δω. Εκεί επάνω στην σχάρα του υπόγειου όπου έγειρα. Με βρήκε το σκοτάδι κι η αντοχή μου ετέλειωνε κι εξάπλωσα με τύλιξαν οι ατμοί οι βαθιές οι δροσερές αναπνοές της γης κι εκεί που η ζωή έσβηνε και με άφηνε.
Το τελευταίο αίσθημα γερά με κράτησε ψηλά κι εκεί ψηλά με κράτησε ιερά η πιο τελευταία η πιο σκληρή υπερηφάνεια της ζωής και τότε μονάχα εδέχθηκα. Καταδέχθηκα να πεθάνω. Είπε εκείνος ο άνθρωπος που είχε γείρει πλάι μου. Αυτός που εμετρούσε έρωτες.

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΩΝ ΘΑΜΜΕΝΩΝ
ενέρων δολιόπους αρωγός (Σοφοκλής)
Το Ty Croas ήταν έρημο σαν ακατοίκητο. Μονάχα ένα μικρό κόκκινο αμπαζούρ φώτιζε στην κουζίνα. Αλλά ήξερα πού θα την βρω. Βράδιαζε και η ώρα που η Βρεττάνη τυλιγόταν την σημαία της το μαύρο και το λευκό. Άσπρη η θάλασσα κι άσπρος ουρανός μαύρη η γη κατάμαυρα τα δένδρα. Καθόταν στο αγαπημένο της μέρος. Εκεί όπου τελειώνει το δάσος κι έβλεπε την άσπρη στενή θάλασσα.  Σαν ένας ποταμός σαν Αχέροντας η θάλασσα προχωρούσε βαθειά στην στεριά ως το Morlaix.
Αρετή την φώναξα από πίσω όταν πλησίασα. Δεν γύρισε σαν να μην άκουσε. Ύστερα από ώρα γύρισε απότομα. Σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου. Το όμορφο γλυκό της πρόσωπο είχε μείνει απείραχτο από τον χρόνο. Με κοίταξε χωρίς να μιλά και τίποτε δεν έδειξε που ήμουν πεθαμένος. Αρετή! επανέλαβε μ’ ένα αχνό γέλιο σαν μια μικρή πτυχή στην ολόισια φωνή της. Κανείς ποτέ δεν με φώναξε με τόνομά μου αυτό λέει και με τα απαλά της δάχτυλα έκρυψε την τρύπα του προσώπου μου.
Κωνσταντάκη μου είπε για να με περιπαίξει αλλά ένας λυγμός σαν λόξυγκας την έκανε να σωπάσει. Γυρίσαμε στο πρεσβυτέριο και με κρατούσε επάνω της περπατούσε μ’ έναν ανεπαίσθητο ρόγχο. Σαν ένας θρήνος από πολύ καιρόν στον βυθό μπλεγμένος στα φύκια των πιο βαθιών κλαμάτων της. Τίποτε δεν είπε τίποτα δεν ερώτησε. Αμίλητη ετοιμάστηκε και ξεκινήσαμε το ταξίδι του γυρισμού στην Ελλάδα. Ταξιδέψαμε με τραίνο. Μονάχα έτσι μπορούσαμε ν’ απομονωθούμε σ’ ένα κουπέ αποκλειστικά δικό μας. Αλλά η Κυβέλη σαν να ήθελε να με επιδείξει. Επίτηδες μ’ έβγαζε στον διάδρομο με πήγαινε στο βαγκόν-ρεστοράν.
Με μια υστερική προκλητικότητα με παράσερνε ανάμεσα στους επιβάτες κι απολάμβανε με εξημμένο ενθουσιασμό την φρίκη. Τον αποτροπιασμό που τάραζε τον κόσμο που μ’ έβλεπε. Με αδιάντροπο δυνατό γέλιο ξεκαρδιζόταν όταν οι άλλοι σκόρπιζαν και φεύγαν από κοντά μας. Όταν κάποιοι εστέκονταν και με παρατηρούσαν με βδελυγμία η Κυβέλη με υπερβολική σχεδόν ερωτική αγάπη. Σφιγγόταν επάνω μου έγερνε το κεφάλι της στον απογυμνωμένο ώμο μου χάιδευε τα ξερά ράκη της σάρκας που φαίνονταν ανάμεσα στα λιωμένα νεκρικά μου ρούχα. Και μονάχα όταν ήμασταν μόνοι κλεινόταν σ’ ένα αδιαπέραστο και εχθρικό πένθος.
Στο Παρίσι αλλάξαμε τραίνο για την Ελλάδα. Μέσα στην ατέλειωτη στοά του μετρό που προχωρούσαμε. Σ’ ένα σταυροδρόμι της ήταν μια μικρή ορχήστρα κι έπαιζε μουσική. Ήταν τρεις νεαροί Ούγγροι ντυμένοι με επίσημα φράκα μεγάλης ορχήστρας. Μια κοπέλα έπαιζε βιολοντσέλο ντυμένη κι αυτή φράκο. Ανάερη σαν νύμφη με μακριά ίσια ξανθά μαλλιά. Αναγνώρισα το κομμάτι που έπαιζαν από το λιτό μοτίβο που επαναλαμβανόταν και τα μικρά διάκενα σιγής που όσο πήγαιναν εμάκραιναν ενώ λιγόστευε η μουσική. Ήταν η μοναξιά του Αρθούρου Ρεμπώ. Μπροστά τους ένα μεταξωτό ημίψηλο ανάποδα κι εκεί έριχναν φράγκα οι περαστικοί. Η Κυβέλη σταμάτησε κι αρπάζοντάς με από τον αγκώνα έκανε μια χορευτική φιγούρα γύρω μου.

Ήταν ένα παιχνίδι που το παίζαμε εγώ κι αυτή όταν ήμασταν παιδιά και έφηβοι. Να χορεύουμε στους δρόμους ανάμεσα στους ανθρώπους που σταματούσαν και γελούσαν. Μας χαίρονταν ή μας κορόιδευαν αλλά εμείς σοβαροί ως το τέλος διασχίζαμε χορεύοντας τις λεωφόρους της Θεσσαλονίκης. Την ακολούθησα και χορεύοντας μαζί πάνω στο μικρό σαν λέξη μοτίβο των Ούγγρων συνεχίζαμε μέσα στις στοές. Ο κόσμος μας προσπερνούσε αδιάφορος. Αν κάποιος σταματούσε ήταν επειδή αντίκριζε εμένα. Μερικοί αλκοολικοί και τοξικομανείς αντιδρούσαν ουρλιάζοντας και προσπαθούσαν να μας ακολουθήσουν. Αλλά δεν άντεχαν και στέκονταν παραπαίοντας ή σωριάζονταν καταγής και μας έβριζαν.
Ξαφνικά αντιλήφθηκα έναν τρίτο που μας ακολουθούσε από ώρα χορεύοντας. Ήταν το πιο ωραίο ανθρώπινο πλάσμα που είδα ποτέ. Άφυλο τραβεστί μαύρος. Φορούσε κοντές μπότες με μεγάλες γαλλικές αστραφτερές αγκράφες και μια πολύ κοντή μίνι φούστα χρυσόμαυρη. Από πάνω ένα γιλέκο τζην στολισμένο με στρας κι από μέσα ένα στενό κορμάκι από παλιό σωμόν ταφτά. Είχε έντονα βαμμένο το πρόσωπο με πράσινες γαλάζιες μαύρες σκιές. Τα μαλλιά ολόασπρα ορθώνονταν προς τα πίσω σαν τις περικεφαλαίες από ξερά χόρτα των ιθαγενών της Αφρικής. Με μιαν ελαφράδα σαν να μην άγγιζε την γη χόρευε και μας περιτριγύριζε με μιαν αγάπη και έγνοια. Βγήκαμε στην έξοδο κι εκεί το σπάνιο πλάσμα σταμάτησε. Ακίνητο μας έβλεπε που απομακρυνόμασταν εγώ και η Κυβέλη. Με ένα νεύμα ευγενικό του δεξιού χεριού μας ξεπροβόδισε.

Σαν ένας μικρός τιμωρημένος θεός από μακριά μας ευλογούσε με καλοσύνη κι οριστικά μας εγκατέλειψε. Φτάσαμε στην Ελλάδα μετά από τρεις μέρες. Κατευθείαν από το σταθμό πήγαμε στο άσυλο. Από τέσσερα χρόνια νοσηλευόταν εκεί η μητέρα Ευρυδίκη. Είχε προσβληθεί από βαριά άνοια. Τίποτε δεν καταλάβαινε κανέναν δεν ανεγνώριζε. Το στόμα της έκαμνε συνέχεια έναν ρυθμικό σπασμό προς τα μέσα. Σαν να θήλαζε ρουφούσε αχόρταγα το γάλα από έναν αόρατο μητρικό μαστό.
Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από ανοϊκές ηλικιωμένες γυναίκες. Όλες σιωπηλές κι ακίνητες. Η μητέρα Ευρυδίκη ήταν δεμένη με χοντρά πέτσινα λουριά στα σίδερα του κρεβατιού. Επειδή πάθαινε φοβερές διεγέρσεις και κανένα φάρμακο δεν τις κατέστελλε. Η Κυβέλη στάθηκε από πάνω της. Έσκυψε και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Η μητέρα Ευρυδίκη μούγκρισε ενοχλημένη. Η Κυβέλη της χάιδεψε τα μαλλιά την φίλησε στο μέτωπο και στα δεμένα χέρια. Γύρισα να φύγω κι άκουσα πίσω μου την Κυβέλη να φωνάζει. Στράφηκα και την είδα. Με τρόμο με πόνο κλαίοντας μου φώναξε εσένα.
Εσένα τώρα ποιος θα σε συνοδεύσει; Αμέσως σώπασε κι αδιαφόρησε. Έλυσε τα μαλλιά της και ξάπλωσε δίπλα στην μάνα της. Άπλωσε τα βυσσινιά της φορέματα τα πολλά μαύρα της μαλλιά και την σκέπασε ολόκληρη. Τις πήρε και τις δυο ο ύπνος. Αγκαλιασμένες ακίνητες κείτονταν μαζί κι ήταν σαν η μια να τραβούσε τρυφερά την άλλη όλο και πιο βαθιέ μέσα στο δικό της ύπνο. Μια γριά νάνος παχιά με γκρίζα κουρεμένα μαλλιά με την κίτρινη στολή των τραπεζοκόμων. Παλιά τρόφιμη που την είχαν κρατήσει να ψευτοδουλεύει στο άσυλο. Μπήκε ξαφνικά στο θάλαμο και πήγε ίσια στο κρεβάτι τους σα να ήταν εκεί από την αρχή. Τεντώθηκε και τις περιεργάστηκε τις άγγιξε έκανε το σταυρό της. Με πλησίασε τρέχοντας κι ανασηκώνοντας τα ζωηρά της μάτια με κοίταξε χαρούμενη. Είπε με χαρούμενη κοριτσίστικη φωνή πέθαναν.

Αγαπώ σημαίνει κάνω ένδοξο έναν άνθρωπο
Η ιστορία της Ελένης Ξένου. Η Ελένη λέει δεν ξέρω αν μ’ ακούς. Γι’ αυτό θα μιλήσω σαν να μιλούσα στην κόρη μου. Την άφησα δεκατριών χρονών για να έρθω να ζήσω μαζί σου κι ακόμα δεν την έχω ξαναδεί και ίσως ποτέ δεν θα την ξαναδώ. Ψυχή μου κοριτσάκι μου ποτέ δεν ήμουν σίγουρη. Ότι είχε καταλάβει τι σήμαινε εκείνο το χάρισμα του πορτραίτου. Δεν αγαπάω την τέχνη. Είναι επικίνδυνη για την ζωή.
Τίποτε δεν συγκρίνεται με τη ζωή. Όμως εγώ σεβάστηκα τη σχέση του με την τέχνη. Δεν είχε άλλη ζωή από την τέχνη κανέναν άλλο τρόπο να ζει. Πόσες φορές τον λυπήθηκα γι’ αυτό. Ψέματα σου λέω αγάπη μου τίποτε δεν σεβάστηκα. Από δική μου ανάγκη δικό μου όνειρο να οδηγήσω τον έρωτά μου προς αυτόν εκεί όπου θα μπορούσε αυτός να τον ζήσει. Να του δώσει αυτός για τον εαυτό του την μεγάλη του αξία ζώντας τον μέσα στην τέχνη όπως εγώ τον ζούσα με τον ταπεινό μου τρόπο.
Θυσίασα το σώμα μου που μονάχα από το δικό του ζούσε το εξόρισα. Το εξαφάνισα από την φυσική μας σχέση και του έδωσα το πορτραίτο μου που ήταν ό,τι από μένα είχε γίνει τέχνη. Ήταν σαν να του έλεγα να δεθεί σε σχέση τέχνης μαζί μου και δέχθηκα εγώ. Αυτή που είμαι εγώ να φύγω από τη ζωή του να πεθάνω για να είναι ελεύθερος να μ’ αγαπήσει όπως αυτός θα ήθελε. Στην πιο πραγματική μου μορφή που ήταν για κείνον ό,τι σ’ εμένα η τέχνη έβλεπε ό,τι από μένα πήρε.
Ποιος μπορεί να υπερηφανευθεί για ποιο απόλυτη ερωτική πράξη που τόσο ακριβά την πλήρωσα. Πόσο δυστυχισμένα πλήρωσα αυτήν την ανόητη ερωτική μου φιλοδοξία. Αλλά αυτός με μόλυνε με φιλοδοξία με την δικιά του απάνθρωπη φιλοδοξία των δημιουργών. Είναι οι πιο αδίστακτοι τύραννοι. Γιατί το απάνθρωπο κίνητρο της δημιουργίας είναι πάντα η δόξα. Η δόξα να άρχεις. Η φιλοδοξία τους είναι να εξουσιάζουν με την τέχνη τους τον κόσμο. Δεν υπάρχει πιο μανιακή πιο ανθεκτική. Ακατάλυτη εξουσία από την εξουσία της τέχνης. Παρόλο που αδιαφορώ για την τέχνη δεν είμαι κυνική δεν εννοώ ποταπές φιλοδοξίες. Αλλά τις πιο ηρωικές και τις πιο άξιες ν’ ανεβούν στην εξουσία. Όμως και για μένα την ερωτευμένη σκύβει η Ελένη και με φιλάει σε όλο μου το πρόσωπο ο έρωτας μου γι’ αυτόν ήταν να βλέπω κάθε φορά γύρω του την φωτεινή αχλύ της δόξας. Μιας δικής μου δόξας που με αυτήν από την αρχή τον περιέβαλλα.

Αγαπάω σημαίνει κάνω ένδοξο έναν άνθρωπο. Είναι η μοναδική δόξα που θα γνωρίσει ο άνθρωπος αυτός σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Καταλαβαίνεις λοιπόν για τι δόξες για ποιες εξουσίες μιλώ. Τώρα που τον έχω στα χέρια μου λέει η Ελένη και μια απεγνωσμένη απόφαση κάνει τα λόγια της ανελέητα ενώ μιλά για έρωτα ευγνωμονώ τον θάνατο. Που τον επέστρεψε σ’ εμένα που τον δικαιούμαι γιατί εγώ γεννήθηκα για να είμαι η ζωή του κι ο θάνατός του. Για να εκπληρώσω ό,τι κρυφό κι ανομολόγητο επόθησε για να τον δικαιώσω. Θα παρηγορήσω την μεγαλομανία του θα την εξαπατήσω. Θα την αναπαύσω μεταμορφώνοντας το θάμβος της δόξας του σε γη.

Σε χώμα με γερούς σκληρούς σβώλους. Που τους πιάνεις με το χέρι σου κι ας τολμήσει κανείς να γελάσει μ’ αυτά. Θα σου δώσω ένα βασίλειο. Θα τον κάνω βασιλιά της Ασίας. Ένας Έλληνας βασιλιάς της Ασίας. Της γης σου απ’ όπου κρατά το γένος της μάνας του. Με ένα ιστιοφόρο ταξίδεψαν από την Ρόδο στην απέναντι ακτή της Τουρκίας.
Μια ομάδα από νέους ανθρώπους έτρεχε γύρω από την Ελένη Ξένου. Αυτή έδινε χαμηλόφωνες κοφτές εντολές. Αλλά ήταν διαρκώς σαν αφηρημένη. Καθόλου δεν με πλησίαζε δεν μου ξαναμίλησε. Φορούσε άσπρα μακριά μεταξωτά φορέματα. Ανέμιζαν στον αέρα της θάλασσας. Την έβλεπα να κάθεται μονάχη στο κατάστρωμα μακριά μου. Είχε μια σκοτεινή κατήφεια που την έκαμνε άσχημη. Τα μαλλιά της άσπριζαν κιόλας.
Την θυμήθηκα εκείνο το βράδυ στην όπερα της Ρώμης. Λαμποκοπούσε από ομορφιά κι ευτυχία. Φορούσε μια πολύτιμη μαύρη δαντέλλα που ήταν ραμμένη σαν στενή ανδρική ρεντιγκότα με ουρά. Γυρνούσαν και την έβλεπαν. Όλο το πλοίο αντηχούσε μια εκκωφαντική μουσική από τα μεγάφωνα. Βάγκνερ και Βιβάλντι το magnificat του Τέλεμανν. Οι θρησκευτικές ωδές του Παπαθανασίου η μαύρη συμφωνία του Βρόντου. Αλλά και κλασική ροκ μουσική. Η μουσική απλωνόταν σ’ ολόκληρο το πέλαγος σκέπαζε τους βόγκους των μεγάλων κυμάτων.
Την μουσική την φρόντιζε ένας σιωπηλός νέος άνδρας ο Δώρος. Όταν δεν είχε μουσική τον έβλεπα ν’ αποτραβιέται μόνος και ν’ ακούει από ένα μικρό τρανζίστορ. Χαμηλά και το ακουμπούσε στο αυτί του για να ακούσει. Το epitaph ένα παλιό ροκ τραγούδι. Το άκουγε συνέχεια ξανά και ξανά. Ήταν και μια κοπέλα λεγόταν Έρση. Είχε ένα αδύνατο δραματικό πρόσωπο. Αλλά φαινόταν να διασκεδάζει κι έπινε ασταμάτητα βότκα και ούζο.
Η Έρση και ο Δώρος ήταν οι μόνοι που πλησίαζαν την Ελένη και συνεννοούνταν μαζί της. Η Έρση καθόταν πάντα πλάι μου. Μου μιλούσε με μια τρυφερή κοροϊδία. Διόρθωνε τα ρούχα μου που τ’ ανασήκωνε ο αέρας. Η Έρση πλησίασε στ’ αυτί μου και μου απάγγειλε. Δεν απάγγελνε αλλά σαν να μου εξομολογιόνταν δικά της πράγματα
ενώ λοιπόν είμαι άρχοντας
και είμαι φτιαγμένος για την διασκέδαση
η φύση με βάρυνε με την μοίρα
να σκέφτομαι δραματικά
να μην ελευθερώνομαι ποτέ από κάτι που κάνω
και αιώνια να δίνω λόγο για τις πράξεις μου
στην ανάγκη και μόνον αυτό
κάνει έναν άνθρωπο άνθρωπο
και μονάχα αυτές οι μαύρες σκέψεις
κάνουν αυτήν την τάξη που ανήκω
αθάνατη

θεέ μου. Ας σταματήσει αυτή η μουσική! ούρλιαξε ξαφνικά η Έρση και σκέπασε τα αυτιά της δεν αντέχω άλλο. Η Ελένη γύρισε και την κοίταξε έντονα κι ο Δώρος έκλεισε τα μεγάφωνα. Η Έρση συνήλθε. Ταραγμένη σύρθηκε στα πόδια της Ελένης και φίλησε την άκρια του λευκού της φορέματος. Συγγνώμη παρακάλεσε κι άρχισε να κλαίει συγγνώμη. Η Έρση γύρισε κοντά μου ησυχασμένη. Ο Δώρος δυνάμωσε ξανά την μουσική. Δεν είναι αυτή η δουλειά του μού είπε κρυφά η Έρση με μια πονηρία έχει άλλο επάγγελμα. Πληρώνεται πανάκριβα είπε με μεθυσμένη κακία. Απάγγειλε πλάι στο αυτί μου
και το κοντάρι εμπήχθηκε στο κορμί του Σαρπηδόνα
εκεί στον μυώνα τον πλατύ όπου παλεύει
η ψυχή του ανθρώπου
στο διάφραγμα που βαστά την βίαιη καρδιά
τους μίσχους της ανάσας. Ο Σαρπηδόνας έπεσε
ακίνητος και μόνο οι παλάμες του
μικρά φτερά που ετρέμαν
οι χούφτες του σφίγγαν κι άφηναν το ματωμένο χώμα
και τέντωσε μ’ έναν λυγμό προς τον αγαπημένο
-Γλαύκε τα όπλα μου μην αφήσεις να μου πάρουν
προστάτεψε το σώμα μου ξένος να μην το πιάσει
φύλαγε το ανέγγιχτο του σκοταδιού μου δίχτυ
Τον έπιασαν τον λέρωσαν τον έσυραν στο χώμα.

Σε λίγες ώρες φάνηκαν οι ακτές της Μικράς Ασίας…
Στην Τουρκία πήραν αυτοκίνητα. Τέσσερα μεγάλα τζιπ και έξι αδειανά πούλμαν. Εμένα πάνω σ’ ένα φορείο μ’ έβαλαν στο πρώτο τζιπ. Οδηγούσε ο Δώρος και δίπλα του καθόταν η Ελένη. Η Έρση πάντα κοντά μου πίσω. Περνούσαμε από άθλια φτωχά χωριά και κάποτε σταματούσαμε. Σε λίγο τα πούλμαν είχαν γεμίσει από Τούρκους χωριάτες. Ο Δώρος έκαμνε τις συμφωνίες. Τους πλήρωνε με δολάρια. Οι Τούρκοι ευχαριστημένοι φώναζαν και γελούσαν μέσα στα πούλμαν ώσπου κάποιος Έλληνας να τους μπήξει την φωνή. Τότε σώπαιναν και οι πιο ηλικιωμένοι σηκώνονταν και αυστηρά επέβαλλαν σιωπή. Χαστούκιζαν τα παιδιά που ζάρωναν στο κάθισμά τους. Προχωρούσαν με την νοικιασμένη πομπή μέσα στα όμορφα τοπία της Ιωνίας.
Παντού ερείπια θεάτρων και ναών αρχαίων και πρωτοχριστιανικών μεγάλα στρογγυλά μάρμαρα από πεσμένους κίονες. Σπασμένες σβησμένες ελληνικές επιγραφές ανάμεσα σε άγριους θάμνους και σε πανύψηλα χόρτα. Πίσω από τα ερείπια αναδεύονταν παλιές φυλές Τουρκομάνων. Είχαν ένα πολύ χοντρό βαρύ σώμα και τα πόδια τους πάρα πολύ μακριά και λιγνά. Σαν των ακριδών υψώνονταν και δίπλωναν ψηλότερα από το κεφάλι τους. Κινιόνταν με μεγάλη δυσκολία και η χοντρή βαριά κοιλιά τους σερνόταν στο χώμα. Είναι ακίνδυνοι είπε ο Δώρος είναι πολύ δυσκίνητοι. Επρόβαιναν πίσω απ’ τις γκρεμισμένες στήλες κι αργά αποτραβιόνταν και κρύβονταν.

Την τέταρτη ημέρα έφτασαν σ’ ένα μικρό οροπέδιο κι εκεί σταμάτησαν. Απόθεσαν το φορείο στο κέντρο του πλατώματος. Ήταν απόγευμα σε λίγες ώρες ο ήλιος θα έδυε. Η Ελένη με τον Δώρο και την Έρση με έγδυσαν. Μ’ έπλυναν με ζεστό κρασί. Οι πληρωμένοι συνοδοί γελούσαν. Ύστερα πήραν θάρρος επειδή η Ελένη και οι άλλοι δεν τους έδιναν σημασία αμίλητοι φρόντιζαν το σώμα μου. Άρχισαν να φωνάζουν μελοδραματικές κραυγές παράφωνου υποκριτικού θρήνου.
Με ντύσαν με λεπτά λινά από αργαλειούς. Χειροποίητα υφάσματα κι από πάνω έριξαν έναν βαρύτιμο χρυσόν βυζαντινό μανδύα. Με σκέπασαν με χώμα που η Ελένη είχε φέρει μέσα σ’ ένα πιθάρι. Ήταν ένα χώμα πολύ λεπτό σαν κοσκινισμένο. Ανακατωμένο με ρίζες αρωματικές μικρούς καρπούς και τριμμένα ξερά φύλλα που ευωδίαζαν. Σαν μ’ ένα σεντόνι εαλφρύ από χώμα με σκέπασαν ολόκληρον. Μονάχα το πρόσωπό μου το άφησαν έξω στον αέρα.

Παρουσιάστηκε βγήκε από τους Τούρκους ένας μεγαλόσωμος άνδρας. Φορούσε ένα στρατιωτικό αμπέχονο και κρατάει στην αγκαλιά του μια νεαρή πολύ όμορφη Τουρκάλα. Δεν μπορεί να περπατήσει και πάντα εκείνος την κουβαλάει. Τα πόδια της κρέμονται νεκρά με χοντρές μπεζ κάλτσες που φοράν οι γριές για να μην κρυώνουν. Έχει ένα μεγάλο κεφάλι με πλούσια κατάμαυρα μαλλιά μακριά. Τα τεράστια μάτια της είναι βαμμένα και το στόμα της παχύ κι ερωτικό. Κοιτάζει σαν βασίλισσα τον κόσμο κι αρχίζει να τραγουδάει ένα υπέροχο τούρκικο μοιρολόι. Όλοι σώπασαν. Η βαθειά φωνή της και το τραγούδι τους συνεπήρε.
Μερικοί εδάκρυσαν κι άλλοι κλαίγαν. Μονάχα οι δικοί μου σφιγμένοι και κλειστοί σώπαιναν ακίνητοι. Ύστερα από τους χωριάτες ξεχώρισαν δώδεκα Τούρκοι κι ήρθαν και στάθηκαν μπροστά μου. Κατάγονταν από την Κρήτη. Πριν από τρεις αιώνες τους είχε μεταφέρει και τους είχε εγκαταστήσει εκεί ο Σουλτάνος. Άρχισαν να χορεύουν έναν βαρύ ακίνητο όρθιο χορό που χόρευαν τον μεσαίωνα οι Κρητικοί στις κηδείες.

Τι θλιβερά είναι όλα αυτά είπε ξαφνικά η Ελένη νευρικά μίζερα. Ας τελειώνουμε. Ντρέπομαι. Εβράδυαζε. Άρχισαν να φεύγουν. Ερήμωσε ο τόπος κι έμειναν μονάχα η Ελένη η Έρση κι ο Δώρος. Η Έρση με πλησίασε κι έσκυψε το πρόσωπό της επάνω στο δικό μου. Άρχισε να γελάει. Μ’ έναν αχρείο χλευασμό σφάδαζε από το γέλιο. Μετά το γέλιο της έγινε ένα βουβό δυστυχισμένο κλάμα και τα δάκρυά της έβρεχαν το πρόσωπό μου. Ήξερα πως δεν έκλαιγε για μένα αλλά για τη ζωή της. Μύριζε αλκοόλ ήταν πολύ μεθυσμένη. Η Ελένη ήρθε κοντά της την τράβηξε να φύγει. Η Έρση σηκώθηκε απότομα και είπε. Με οργισμένη απελπισία που δεν είχε όμως σχέση με τα λόγια της. Αλλά και σαν από εκδίκηση είπε κολλώντας το πρόσωπό της στο πρόσωπο της Ελένης από καιρό. Από πολύ καιρό τίποτε πια.

Τίποτε πια δεν θα κάνει τους ανθρώπους να λάμπουν είπε με σπαραχτική ικανοποίηση. Η Ελένη την χτύπησε βάναυσα στο πρόσωπο και η Έρση τινάχθηκε πίσω έπεσε καταγής. Έμεινε για λίγο σωριασμένη αγκομαχώντας. Ύστερα σηκώθηκε γρήγορα κι έτρεξε μακριά. Η Ελένη μου λέει χωρίς να σκύψει φεύγω τώρα. όρθια και η φωνή της μακρινή και κουρασμένη σου αφήνω τον Δώρο. Θα σε φροντίζει. Αυτή είναι η δουλειά του. Είναι βοηθός των θαμμένων. Θα σε φροντίζει καλά. Τον έχω πληρώσει διπλάσια απ’ όσα παίρνει.

Εγώ πάω να πεθάνω τον δικό μου. Ατέλειωτο θάνατο απομακρύνθηκε έφυγε. Πιο μακριά την περίμενε η Έρση χάθηκαν μαζί. Άκουσα το αυτοκίνητο που ξεκίνησε. Ο Δώρος τακτοποίησε τα πράγματά του σαν έμπειρος στρατιώτης. Άφησε αναμμένους δυο δυνατούς προβολείς. Ξάπλωσε στην γη και κατάκοπος κοιμήθηκε.
Ήρθαν ημέρες και νύχτες και άλλες μέρες. Ο Δώρος με φροντίζει χωρίς να μιλάει. Καθαρίζει το σώμα επάνω μου το στρώνει μαλακά. Απαλά πλύνει το πρόσωπό μου με αρωματισμένο νερό. Όταν πλησίαζε την τρύπα της πληγής πρόσεχε σαν να φοβόταν μην πονέσω. Με μια ευγενική ευσυνειδησία έκαμνε τη δουλειά του. Περπατούσε αθόρυβα ούτε κι εγώ άκουγα το περπάτημά του. Φυλαγόταν μην τον ακούσει ο θάνατος. Άκουγε πάντα από το τρανζίστορ το epitaph. Δεν είναι για μένα η φροντίδα του είπα. Πληρώθηκε γι’ αυτήν.

Κι ο έρωτας της Ελένης Ξένου. Δεν ήταν για μένα. Γι’ αυτό που εγώ είμαι. Και η ζωή μου. Ό,τι έζησα δεν ήταν για μένα. Τίποτε δεν ήταν για μένα. Τίποτε δεν μου δόθηκε γι’ αυτό που εγώ ήμουν. Ένας μικρός αέρας φύσηξε από πάνω μου κυμάτισε το χώμα που με σκέπαζε. Τα αισθήματα των νεκρών γίνονται ταπεινοί ανακλαδισμοί της φύσης και είπα αυτό το φύσημα είναι ανακούφιση. Λύτρωσή μου και η ελευθερία μου που τίποτε δεν ήταν για μένα και τίποτα δεν χρωστούσα σε κανέναν γι’ αυτό που πραγματικά ήμουν για ό,τι μου δόθηκε για ό,τι έζησα.

Και σε κανέναν άνθρωπο τίποτε δεν του δόθηκε. Τίποτε δεν ήταν γι’ αυτό που πραγματικά είναι και ό,τι έζησε δεν ήταν γι’ αυτό που αληθινά είναι. Ο Δώρος ήρθε και ίσιωσε με επιμέλεια τα ακίνητα κύματα του χώματος. Επρόσεξα το κεφάλι του έτσι καθώς διαγραφόταν καθαρά πάνω στον λευκό πεθαμένο ουρανό του σούρουπου. Ήταν ένα κεφάλι τέλεια ελληνικό. Τα σγουρά μαλλιά και το κάθετο μέτωπο. Η λεπτή ευθεία μύτη που στην ρίζα της είχε ένα μικρό κύρτωμα. Τα μικρά ευαίσθητα χείλια και το στρογγυλό μαλακό πηγούνι. Εκείνη η καμπύλη που το ένωνε με τον όρθιο λαιμό και σκέφτηκα ώστε υπάρχουν οι Έλληνες. Κι αισθάνθηκα πρώτη φορά στην ζωή μου και μέσα στον θάνατό μου. Πρώτη φορά αισθάνθηκα την γη όπου επλάγιαζα μονάχα τη γη δική μου.

[Ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό. Η ποίησή του κι η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν. Ποίημα είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό του εχθρό - Γιώργος Χειμωνάς, Ο Εχθρός του Ποιητή, ΚΕΔΡΟΣ 1990]
με 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …