Δούρειον Θήλυ


Αργύρης Χιόνης, Το Δούρειον Θήλυ (που όχι μόνο ξύλινο δεν ήταν, αλλά με σάρκα ρόδινη, βελούδινη, κρουστή ένα βασίλειο μόνη της εκπορθεί)

Η αγάπη κάστρα καταλεί, μπεντένια ρίχνει κάτου και παλικάρια του σπαθιού τα ρίχνει του θανάτου (Αγνώστου)

Ήτανε κάποτε δύο βασιλιάδες που βασίλευαν σε όμορα βασίλεια και, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν και οι δυο να καταργήσουν τα μεταξύ τους σύνορα, όχι για να συμβασιλέψουν σε ένα μεγαλύτερο βασίλειο, αλλά για να γίνει ο ένας από τους δύο, αφού θα εξολόθρευε τον άλλον , μεγαλύτερος βασιλιάς μεγαλύτερου βασιλείου.
Επόμενο ήταν λοιπόν να βρίσκονται, σχεδόν διαρκώς, σε εμπόλεμη κατάσταση και να διεξάγουν μάχες, που ωστόσο έληγαν πάντα με ισοπαλία, καθότι, καθώς φαίνεται, οι δυο στρατοί τους ήταν ισοδύναμοι. Λέω «σχεδόν διαρκώς» γιατί υπήρχαν και κάποιες περίοδοι ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, όταν αμοιβαίως εξαντλούνταν οι οικονομικοί πόροι και το ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν πλέον θησαυροί στα θησαυροφυλάκια και στρατιώτες στους στρατώνες των δύο αυτών επιφανών και φιλόδοξων βασιλέων.
Εδώ ωστόσο πρέπει να κάνω μια παρένθεση, για να πληροφορήσω τους αναγνώστες (πράγμα που έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή) ότι τα δύο εν λόγω βασίλεια βρίσκονταν στην έξω και μακριά από εμάς εσπερία και στην ακόμη εξώτερη Νήσο Αλβιόνα, άκουγαν δε, το ένα στο όνομα Horn και το άλλο στο όνομα Corn.
Η πληροφορία δόθηκε, η παρένθεση έκλεισε, η ιστορία συνεχίζεται.
Σε μια λοιπόν από αυτές τις περιόδους ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης ο επιφορτισμένος με τη στρατολόγηση παλλακίδων αυλικός, κόμης Pander, περιπλανώμενος, εν υπηρεσία, με την ακολουθία του, στην κομητεία της Χορνουάλης, έπεσε πάνω σε μια χωριατοπούλα εκπάγλου ωραιότητος, που, με ανασκουμπωμένα μανίκια, μεσοφόρια και φουστάνια, έπλενε μ’ έναν κόπανο στην όχθη ενός ποταμού, ξεμπράτσωτη, γυμνοπόδαρη και ξαναμμένη, σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια. Το όνομα αυτής Mayflower
Σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια τα πήρε ο ποταμός και την ωραία κόρη Mayflower την πήρε ο κόμης Pander, δώρο για να την πάει στον αφέντη του, τον βασιλιά του Horn, που, όταν τη ρίξανε στα πόδια του, ημίγυμνη, έχασε το μυαλό του απ' τα κάλλη της. Δεν το ’χασε ωστόσο εντελώς, γιατί ήταν πονηρός κι αμέσως είδε ότι στα χέρια του είχε, επιτέ­λους, το όπλο που θ' αφάνιζε τον μισητό εχθρό του, τον βασιλιά του Corn. Χωρίς λοιπόν ούτε στιγμή να χάσει, φώναξε τις κυρίες των τιμών και τους παρέδωσε αυτό το αγριολούλουδο, με τη ρητή εντολή να το μεταμορφώσουνε σε τζοβαϊρι, άξιο να στολίζει στέμμα εστεμμένου. Δήλωσε δε, μαγαλοφώνως, ότι αυτή θα ήταν στο εξής, η ευνοούμενή του και όποιος ή όποια (και τόνισε ιδιαίτερα αυτό το όποια, γιατί στων θηλυκών τα μάτια είδε να λάμπει κιόλας του φθόνου η φλόγα) επιχειρούσε να πειράξει έστω και μια τρίχα της κεφαλής της, έστω και το πιο μικρό νυχάκι του πιο μικρού δαχτύλου των ποδιών της, θα αντιμετώπιζε την μήνιν της μεγαλειότητος του και την εσχάτη των ποινών.
Ωσάν βρεγμένες γάτες απεχώρησαν, πισωπατώντας, οι κυρίες των τιμών κι οδήγησαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της την καινούργια του στέμματος ευνοούμενη.
Την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε η μεταμόρφωσή της από αγριολούλουδο σε τζοβαΐρι, άρχισε δηλαδή η διαπαιδαγώγησή της και, επειδή δεν ήταν μόνο πανωραία αλλά και πανέξυπνη, μέσα σ’ ένα χρόνο μόνο έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν γεννημένη σε παλάτι, να παίζει μαντολίνο, να άδει μαδριγάλια και, πάνω σε καμβά, περίτεχνα, πουλιά, λουλούδια κι ελάφια να κεντά με σταυροβελονιά. Διδάχτηκε επίσης κι αφομοίωσε (πράγμα πολύ σημαντικό για τους απώτερους σκοπούς του βασιλιά) την τοπική διάλεκτο του Corn.
Ολόκληρο το διάστημα αυτό, επί τριακόσιες δηλαδή εξήντα πέντε νύχτες μόνο μ’ αυτήν κοιμότανε ο βασιλιάς και, την τριακοσιοστή εξηκοστή και έκτη μέρα μάτωσε η καρδιά του όταν, εις ένδειξιν φιλίας και καλών προθέσεων, την έστειλε πεσκέσι στον βασιλιά του Corn. Έτσι 'ναι, βλέπετε, οι βασιλιάδες πάντοτε βάζουν το κοινό συμφέρον πά­νω απ' την προσωπική τους ευτυχία.
Ο βασιλιάς του Corn, σαν είδε το θεσπέσιο θηλυκό, ένιωσε να του λύνονται τα γόνατα και την καρδιά του σαν τρελή να πεταρίζει. Ο ακαριαίος έρωτας τόσο πολύ τον τύφλωσε, ώστε ούτε στιγμή δεν πέρασε από το κεραυνόπληκτο μυαλό του η σκέψη ότι οι προθέσεις του αντιπάλου του μπορεί να μην ήταν τόσο καθαρές. Δεν ήξερε, ο άμοιρος, δεν είχε ως τότε μάθει πως η μεγάλη ομορφιά χέρι με χέρι με το θάνατο βαδίζει. Έτσι, ανυποψίαστος, άνοιξε και στους δυο την αγκαλιά του.  
Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μη κλέβουμε από την αιωνιότητα, μόλις η Mayflower διάβηκε σαν αερικό του παλατιού την πύλη, άλλαξε η τάξη των πραγμάτων κι ήρθαν τα πάνω κάτω στο βασίλειο του Corn. Ο βασιλιάς έπαψε να ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας κι άλλο δεν έκανε παρά να διοργανώνει γλέντια, τσιμπούσια και χορούς για χάρη της χαράς του, για της καρδιάς του την καρδιά, όπως ονόμαζε τη νέα ερωμένη του. Στο μεταξύ, αφού τόσο οι στρατηγοί όσο και οι λοιποί αξιωματικοί παίρνανε μέρος στα όργια, εγκατέλειπαν οι φρουροί τα πόστα τους και τα στρατόπεδα οι φαντάροι, σκότωναν οι αγρότες τους φοροεισπράκτορες και οι ληστές σκότωναν τους αγρότες κι άδειαζαν τα κελάρια τους. Όπως καταλαβαίνετε, σύντομα, πολύ σύντομα, είχανε γκρεμιστεί οι τέσσερις πυλώνες που στηρίζουνε συνήθως μια ευνομούμενη κοινωνία: ησυχία τάξη, ασφάλεια και οικονομία.
Ο βασιλιάς του Horn, σαν έμαθε από τους κατασκόπους του, που είχε στείλει επιτόπου, ότι το αχλάδι ήταν έτοιμο να σωριαστεί, με ένα «Αχ!», στο χώμα, εισέβαλε, με έναν μόνο λόχο, στο βασέιλιο του Corn κι έφτασε, δίχως ν’ ανοίξει ούτε ρουθούνι, ως τα ανάκτορα.
Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει και, καθώς τις πόρτες τις ξεμπάρωτες άνοιγαν οι στρατιώτες, αντίκρισε ο βασιλιάς στου θρόνου την τεράστια σάλα πάνω σε πάγκους, σε ανάκλιντρα και σε τραπέζια, αλλά και καταγής, κορμιά ανδρών και γυναικών, γυμνά και ημίγυμνα, ατάκτως απ’ τη μέθη και τον ύπνο ερριμένα. Ο χώρος όλος έζεχνε κρασίλα, ξερατά, σπέρμα…
Πήρε μαζί του δυο ακολούθους και, δρασκελώντας τα ημιθανή κορμιά, για το βασιλικό τράβηξε κοιτώνα. Σαν έφτασε εκεί, άφησε έξω, ως φρουρούς, τους άνδρες του, μπήκε αθόρυβα μες το δωμάτιο, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα πίσω του και αθόρυβα πλησίασε την κλίνη όπου, ντυμένοι μόνο με τη γύμνια τους, κείτονταν ο βασιλιάς του Corn  και η ωραία Mayflower. Δίχως κανένα δισταγμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, σαν έτοιμος από καιρό, σήκωσε το σπαθί το φονικό και, κατεβάζοντάς το με ορμή πάνω στου κοιμισμένου εχθρού του το λαιμό, αξύπνητο τον έστειλε στον Άδη.
Από το γδούπο που ’κανε η κομμένη κεφαλή, καθώς στο δάπεδο έπεφτε, ξύπνησε αλαφιασμένη η καλλονή. Δεν κράτησε πολύ ωστόσο η ταραχή της… Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που ’λυνε γόνατα και είπε: «Τα καταφέραμε, αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Έκανα ό,τι μου ’πες και τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι;»
«Ναι , έτσι ακριβώς, αλλά είσαι πόρνη, κεράτωσες το βασιλιά σου, εμένα, το βασιλιά του Horncorn!» της αποκρίθηκε αυτός και ξανασήκωσε το αμείλικτο σπαθί του.

 [«Το Δούρειον Θήλυ» θα περιλαμβάνεται σε συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη που θα κυκλοφορηθεί από τις εκδ. Κίχλη με τίτλο «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …